12 Οκτωβρίου 2012

(2006) Πυροτεχνήματα την Τετάρτη

Πρωτότυπος τίτλος: Chaharshanbe-soori
Αγγλικός τίτλος: Fireworks Wednesday


Η υπόθεση
Η Roohi (Taraneh Alidoosti) προσπαθώντας να μαζέψει χρήματα για τον επερχόμενο γάμο της, θα πάει ως οικιακή βοηθός στο σπίτι ενός ζευγαριού που, όντας χρόνια παντρεμένοι, έχει τα δικά του προβλήματα. Η σύζυγος υποψιάζεται ότι ο άντρας της την απατά με την γειτόνισσα και χρησιμοποιεί την Roohi ως δόλωμα, για ν' ανακαλύψει την αλήθεια.

Η κριτική
Το "Πυροτεχνήματα την Τετάρτη" είναι η κατά έξι χρόνια παλαιότερη ταινία του Asghar Farhadi, του πρώτου Ιρανού σκηνοθέτη που κέρδισε ποτέ Oscar, με την υποψηφιότητα της ταινίας του "Ένας χωρισμός".
Πιστός στα χνάρια του ιρανικού κινηματογράφου της λιτότητας και της καθημερινότητας, ο  Farhadi, γι' ακόμα μια φορά, παρουσιάζει στο κοινό ένα καθημερινό δράμα μυστηρίου και το κερδίζει με την απλότητα των διαλόγων του και τον τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης ξετυλίγει το νήμα της υπόθεσης.
Στην ταινία, ο θεατής θα ακολουθήσει την Roohi, μια μέλλουσα νύφη, στο σπίτι ενός ζευγαριού, του οποίου ο γάμος μοιάζει να έχει φτάσει στο τέλος του. Η αντίθεση αυτή, σίγουρα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αφενός η Roohi, θα πρέπει να παίξει τον ρόλο της, για να βρει το ζευγάρι τον δρόμο του, αφετέρου και το ίδιο το ζευγάρι, θα παίξει το ρόλο του, για να συνειδητοποιήσει η Roohi τι εστί "έγγαμος βίος".
Θυμίζοντας αρκετά στα θέματά του τον οσκαρικό "Ένα χωρισμό", το "Πυροτεχνήματα την Τετάρτη" πιθανώς να ωθήσει τον θεατή να μπει σε μια διαδικασία σύγκρισης των δυο αυτών ταινιών, από την οποία, φυσικά, ο "Ένας χωρισμός" βγαίνει κερδισμένος, καθώς είναι μια, κατά 5 χρόνια, ωριμότερη προσέγγιση, του δημιουργού, πάνω στο θέμα του γάμου.
Παρόλα αυτά, όμως, το "Πυροτεχνήματα την Τετάρτη" είναι μια πανέμορφη ταινία, ίσως περισσότερο τεχνική και με λιγότερα νοήματα, που φέρει, όμως την υπογραφή του Farhadi και το χαρακτηριστικό των ταινιών του. Και σε αυτήν την ταινία του, στον θεατή, παρουσιάζεται πρώτα το κυρίως θέμα και σιγά-σιγά προστίθενται οι λίθοι που θα χτίσουν την ιστορία, θα εντείνουν την αγωνία και την περιέργειά του ν' ανακαλύψει την αλήθεια, να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πλοκής, αλλά και των ίδιων των ηρώων αυτής.
Τρία χρόνια πριν γυριστεί το "Τι απέγινε η Έλι", ο σκηνοθέτης κάνει εμφανές, γι' ακόμα μια φορά, με αυτή του την ταινία ότι δεν έφτασε τυχαία στα Oscar. Βλέποντας κανείς τις ταινίες του, συνειδητοποιεί ότι το καθημερινό και το απλό, μπορούν με την κατάλληλη επεξεργασία να αποκτήσουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, αρκεί να βρει κανείς τον σωστό τρόπο.
Οφείλω, δε, να ομολογήσω ότι αν δεν είχα παρακολουθήσει πρώτα τις δυο επόμενες, αριστοτεχνικές ταινίες του δημιουργού, δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να πω γι' αυτήν εδώ, ότι ακόμα "ψάχνεται". Δυστυχώς, όμως, ως χώρα έχουμε την ατυχία να την δούμε ετεροχρονισμένα, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η ταινία σίγουρα θα αρέσει, ίσως όμως όχι στον βαθμό που θα άρεσε αν δεν είχαν προηγηθεί οι δυο μεταγενέστερές της.
Ο φυσικός τρόπος παιξίματος των ηθοποιών, χαρακτηριστικό των ταινιών του Farhadi, αλλά και γενικότερα των Ιρανών ηθοποιών, προσδίδει ακόμα περισσότερο ρεαλισμό στην ταινία, στοιχείο που γι' ακόμα μια φορά, κάνει τον θεατή να εκτιμήσει αυτό το κινηματογραφικό είδος για την ειλικρίνεια την οποία διαθέτει.
Όπως κι οι υπόλοιπες ταινίες του Asghar Farhadi, προτείνεται σε όλους τους σινεφίλ που μαγεύονται από τον ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης του ιρανικού κινηματογράφου, αλλά και σε όσους είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν κάποια άλλη ταινία του, έχοντας αποκομίσει ένα γλυκό συναίσθημα από αυτήν.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Ιρανικό δράμα του 2006, σε σενάριο των Asghar Farhadi και Mani Haghighi και σκηνοθεσία του Asghar Farhadi, διάρκειας 102 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Taraneh Alidoosti, Hediyeh Tehrani, Hamid Farokhnezhad και Pantea Bahram.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

10 Οκτωβρίου 2012

(2012) V/H/S

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: V/H/S


Η υπόθεση
Μια ομάδα ατόμων, που βγάζει χρήματα από βιντεάκια σεξουαλικού περιεχομένου, τα οποία πουλάει στο διαδίκτυο, θα εισβάλλει σ' ένα σπίτι για να κλέψει μια κασέτα vhs. Εκεί θα τους περιμένει μονάχα ένα πτώμα και μια στοίβα από κασέτες. Προσπαθώντας να βρούνε την κασέτα που τους έχει ζητηθεί, ένα-ένα, τα πέντε μέλη της ομάδας, θα ξεκινήσουν να βάζουν στο βίντεο, ο καθένας από μια κασέτα, την οποία και παρακολουθεί. Το περιεχόμενο της κάθε κασέτας διαφέρει από τις υπόλοιπες, αλλά το κοινό τους σημείο είναι η φρίκη... αλλά για μισό λεπτό... πού πήγαν όσοι είδαν κάποια κασέτα;

Προ της κριτικής
Προτού ξεκινήσω την κριτική, νομίζω θα ήταν τίμιο να μιλήσω για τη σχέση μου με το είδος αυτό. Τις ταινίες found footage ποτέ μου δεν κατάφερα να τις δω σαν κινηματογραφικό είδος που εξυπηρετεί κάποιο σκοπό.
Ακόμα και στο "The blair witch project", το οποίο δεν είδα ετεροχρονισμένα (το αναφέρω μόνο και μόνο γιατί όσοι ζούσατε εκείνη την εποχή, πιστεύω, θυμάστε τον ντόρο που είχε γίνει γύρω από την ταινία), δεν κατάφερα να βρω κάποιο νόημα, δεν τρόμαξα... και παρά το νεαρό της ηλικίας μου, δεν μου έκανε καμία απολύτως αίσθηση. Επίσης σε κάποια συνέχεια της "Μεταφυσικής δραστηριότητας" κατάφερε να με πάρει κι ο ύπνος. Η μόνη ταινία του είδους που δεν έχω νιώσει να χάνω το χρόνο μου ήταν το "Rec".
Παρόλα αυτά, ομολογώ ότι έχω δει όλες τις συνέχειες κι εξακολουθώ να τις παρακολουθώ, μόνο και μόνο γιατί ελπίζω να κατανοήσω κάποια στιγμή τον λόγο της επιτυχίας του είδους αυτού. Και τώρα, με καθαρή συνείδηση μπορώ να ξεκινήσω.

Η κριτική
Η ταινία αποτελείται από έξι εικοσάλεπτα φιλμάκια found footage. Τα πέντε από αυτά παρεμβάλλονται, ενώ το πρώτο είναι κι αυτό που έχει την ευθύνη της σύνδεσης των υπολοίπων.
Η διαφορά της συγκεκριμένης ταινίας με τις υπόλοιπες του είδους της είναι ότι, εδώ, ο θεατής καλείται να παρακολουθήσει έξι ταινίες μικρούς μήκους κι όχι μια μεγάλου. Αυτό, μπορεί για κάποιους να λειτουργήσει αρνητικά, για κάποιους άλλους θετικά.
Ένα από τα βασικά στοιχεία των ταινιών found footage, πάντως, είναι ότι, δημιουργώντας στον θεατή την ψευδαίσθηση του home-made video, τον κάνουν να αισθάνεται παρών σε ό,τι φρικιαστικό πρόκειται να συμβεί στην εκάστοτε ομάδα.
Με την απουσία των εφέ, ο τρόπος που επιτυγχάνουν να κάνουν το κοινό να συμπαρασταθεί στους πρωταγωνιστές, είναι είτε μέσω της διάρκειάς τους, που δεν ξεπερνά τη διάρκεια μιας 80λεπτης video-κασέτας, κάνοντας την ταινία αληθοφανή και δίνοντας παράλληλα στο θεατή τη δυνατότητα να προλάβει να διαμορφώσει μια ψυχολογία ομάδας, είτε δείχνοντας τους πρωταγωνιστές στην καθημερινότητά τους και παρουσιάζοντας στον θεατή ένα δείγμα της προσωπικότητα του κάθε ατόμου.
Δυστυχώς, η μικρή διάρκεια των ταινιών της συγκεκριμένης ταινίας είναι καταδικασμένη να θεωρηθεί αποτυχία από τους λάτρεις τους είδους, ακριβώς γιατί δεν αφήνει στον θεατή καμία δυνατότητα να προλάβει να "δεθεί" με τους χαρακτήρες ή την εκάστοτε παρέα.
Για τους μη-φανατικούς, πάλι, ίσως η συγκεκριμένη προσέγγιση να είναι προτιμότερη. Από το να βλέπεις τις ίδιες και τις ίδιες φάτσες επί μια ώρα και κάτι ψιλά, περισσότερο ενδιαφέρον έχει να παρακολουθείς κάτι διαφορετικό και να αλλάζεις παραστάσεις. Αλλά και πάλι, οι 2 ώρες σύνολο, πάνε πολύ.
Άλλο ένα στοιχείο που κάνει την συγκεκριμένη ταινία ν' αποτύχει, είναι ότι οι δυο στις έξι ταινίες, έχουν ως πρωταγωνιστές ομάδες αντιπαθητικών ατόμων (δεν αποκλείεται κάποιοι από εσάς να διαφωνήσετε), οι οποίοι τα 'θελαν και τα 'παθαν. Η μια από αυτές έχει ως πρωταγωνιστές μια ομάδα ηλιθίων που πηγαίνει γυρεύοντας, αφού ακούνε μια τρελή που καλά-καλά δεν την ξέρουν κιόλας. Άλλη μια σε κάνει να λυπηθείς την κακομοίρα την πρωταγωνίστρια και να σκέφτεσαι, αφού τελειώσει το ταινιάκι, τι ακριβώς παρακολούθησες. Η δεύτερη παρεμβαλλόμενη ταινία, έχει ως πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι, παντελώς αδιάφορο στον θεατή. Κι η μόνη, της οποίας τους πρωταγωνιστές τους λυπάσαι λίγο, είναι της τελευταίας... αλλά ποιός κάθεται να δει μέχρι το τέλος;
Εκτός, βέβαια, της ψυχολογίας των πρωταγωνιστών, η ταινία αποτυγχάνει και στη σύνθεση του συνόλου. Υποτίθεται ότι τα video είναι τραβηγμένα από διαφορετικά άτομα. Για ποιό λόγο λοιπόν σε όλα η εικόνα είναι τόσο επιτηδευμένα κουνημένη(;) ή, στην πλειοψηφία τους, να παρεμβάλλονται εικόνες από ενδιάμεσα video(;).
Σαν ταινία found footage, τολμώ να πω ότι δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα του είδους της. Σαν ταινία τρόμου, είναι μια ταινία found footage, που πόσο πια να σε τρομάξει(;), περισσότερο μπορεί να σε κάνει ν' αηδιάσεις ή να αδιαφορήσεις. Βέβαια δεν μπορώ να πω, το ενδιαφέρον της, να δεις αν όλο αυτό καταλήγει κάπου, το έχει. Σε γενικές γραμμές, δεν προτείνεται. Τώρα, αν έχετε την περιέργεια να το δείτε, ελπίζω να καταφέρει να σας κάνει να με διαψεύσετε.

Βαθμολογία: 1/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη ταινία τρόμου, σε σενάριο των Simon Barrett, Matt Bettinelli-Olpin, David Bruckner, Tyler Gillett, Justin Martinez, Glenn McQuaid, Radio Silence, Nicholas Tecosky και Chad Villella και σκηνοθεσία των David Bruckner, Glenn McQuaid, Radio Silence, Joe Swanberg, Ti West και Adam Wingard, διάρκειας 116 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Calvin Reeder, Lane Hughes, Adam Wingard και Hannah Rose Fierman.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

9 Οκτωβρίου 2012

(2011) Σιωπηλό σπίτι

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Silent house


Η υπόθεση
Ο John (Adam Trese) θα πρέπει να μείνει με την κόρη του, Sarah (Elizabeth Olsen), στο εξοχικό τους, στην λίμνη, μέχρι αυτό να επισκευαστεί, για να πουληθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Εκεί θα τους περιμένει ο θείος της Sarah, ο Peter (Eric Sheffer Stevens), ο οποίος θ' αποχωρήσει μετά από λίγη ώρα, αφήνοντάς τους ολομόναχους. Η Sarah, λίγο μετά την άφιξή της, θα συναντήσει μια παλιά γνωστή της, με την οποία έπαιζαν μαζί όταν ήταν παιδιά. Όλα δείχνουν φυσιολογικά, μέχρι τη στιγμή που ένας θόρυβος θα ακουστεί από το επάνω πάτωμα, ο John θα προσφερθεί να τον διερευνήσει για να ηρεμήσει η Sarah και τα ίχνη του θα χαθούν.

Η κριτική
Το "Σιωπηλό σπίτι" αποτελεί, εν μέρη, remake της ομώνυμης ουρουγουανικής ταινίας του 2010. Γυρισμένο με σκοπό να δώσει την αίσθηση ενός μονοπλάνου, προσπαθεί να δημιουργήσει μια φοβική ατμόσφαιρα σε πραγματικό χρόνο.
Ως remake, αξίζει ν' αναφέρω ότι αποτυγχάνει παταγωδώς. Η ταινία θα μπορούσε να αποτελέσει τον ορισμό της μάταιης ενασχόλησης του αμερικάνικου κινηματογράφου με ξενόγλωσσα, εναλλακτικά, θρίλερ που σκοπό έχουν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα και να εισάγουν τον θεατή σ' αυτήν. Τεχνικά, δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση των δυο ταινιών, ενώ στοιχεία που έχουν πρωτεύουσα σημασία στην αρχική εκδοχή του 2010, κι εδώ δεν λειτουργούν, αντί να παραληφθούν, χρησιμοποιούνται, αφήνοντας τον θεατή ν' αναρωτιέται "Τώρα αυτό τι το 'θελε;".
Ως ταινία τρόμου, βέβαια, καταφέρνει απλά να ξεπεράσει τα όρια της μετριότητας, κυρίως λόγω της Elizabeth Olsen, η οποία, παραδόξως για νέα ηθοποιός, είναι κι αυτή που κάνει την έκπληξη. Βέβαια, σ' αυτό, δεν αποκλείεται να παίζει ρόλο κι ότι η κάμερα στο χέρι δίνει την αίσθηση μιας πιο low-budget/ερασιτεχνικής παραγωγής. Παράλληλα, όμως, ο ρόλος της πρωταγωνίστριας είναι κι ο μόνος, που στο τέλος φαίνεται κάπως πιο δουλεμένος σε σχέση με τους υπόλοιπους.
Η ταινία, παρόλη την μικρή της διάρκεια, καταφέρνει να κουράσει τον θεατή με τα πέρα-δώθε και τα μπρος-πίσω στο σπίτι, αλλά τουλάχιστον καταφέρνει να διατηρήσει μέχρι τέλους έναν χαρακτήρα μυστηρίου, καθώς ο θεατής αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που διαπράττει τα εγκλήματα και καταδιώκει την πρωταγωνίστρια. Επίσης, απορία δημιουργούν κι οι φωτογραφίες που όλοι προσπαθούν να κρύψουν από την νεαρή Sarah.
Τα κενά της υπόθεσης είναι τεράστια και δίνουν από την αρχή την αίσθηση του φτιαχτού. Για παράδειγμα, τα παράθυρα είναι όλα αμπαρωμένα, ρεύμα δεν υπάρχει, ακόμα κι η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας δεν έχει καλή κάλυψη στην περιοχή, με αποτέλεσμα τα κινητά να βρίσκονται εκτός λειτουργίας. Βέβαια θα μου πείτε: "Αν δεν τα 'χε αυτά τι αμερικανιά θα ήταν;", σωστό κι αυτό.
Το έργο, ενδείκνυται βασικά για μεγάλη παρέα, νεαρών ατόμων, που ψάχνει μανιωδώς τέτοιου είδους θρίλερ για να τα μετατρέψει σε κωμωδίες. μέσω της σάτιρας. Για όσους, βέβαια, σας έχει κεντρίσει η υπόθεση, θα πρότεινα καλύτερα να ψάξετε την αυθεντική ταινία από την Ουρουγουάη (δυστυχώς κυκλοφορεί μόνο με αγγλικούς υπότιτλους και όχι σε όλα τα video-club). Αν πάλι, δεν ανήκετε στην κατηγορία αυτών που μπορούνε εύκολα να παρακολουθήσουν ένα εναλλακτικό θρίλερ, δείτε το, αλλά μην έχετε υψηλές απαιτήσεις.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικο θρίλερ του 2011, βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του Gustavo Hernández, σε σενάριο της Laura Lau και σκηνοθεσία των Chris Kentis και Laura Lau, διάρκειας 86 λεπτών, με πρωταγωνιστές, τους Elizabeth Olsen, Eric Sheffer Stevens, Adam Trese, Julia Taylor Ross, Haley Murphy και Adam Barnett.

Οι σύνδεσμοι

(2010) Σιωπηλό σπίτι

Πρωτότυπος τίτλος: La casa muda
Αγγλικός τίτλος: The silent house


Η υπόθεση
Ο Wilson (Gustavo Alonso) αναλαμβάνει, μαζί με την κόρη του Laura (Florencia Colucci), να κάνει κάποιες επιδιορθώσεις στο εξοχικό του Néstor (Abel Tripaldi), για να μπορέσει, ο τελευταίος, να το πουλήσει. Η όλη διαδικασία πρόκειται να διαρκέσει 2 με 3 μέρες. Το πρώτο βράδυ, όμως, ο Wilson κι η Laura θ' ακούσουν έναν θόρυβο να έρχεται από το επάνω πάτωμα. Ο Wilson θ' ανέβει να βρει από που προήλθε ο θόρυβος και θα γυρίσει με ένα πρόσωπο κατακρεουργημένο. Η Laoura θα βρεθεί εγκλωβισμένη σ' ενα σπίτι, με έναν δολοφόνο, μια κάμερα Polaroid και διάφορες φωτογραφίες.

Η κριτική
Το "Σιωπηλό σπίτι" είναι ένα θρίλερ, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, που συνέβησαν στην Ουρουγουάη, τον Νοέμβριο του 1944. Γυρισμένο, όπως έχει ανακοινωθεί, σε ένα μονοπλάνο, καταφέρνει να υποβάλει, περισσότερο, τον θεατή σε μια κατάσταση φόβου, παρά να τον αιφνιδιάσει.
Η ταινία απευθύνεται περισσότερο σε ένα σινεφίλ κοινό ταινιών τρόμου, καθώς η μαγεία της κρύβεται σε διάφορα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί και στο γεγονός ότι αναπαριστά μια αληθινή ιστορία, στοιχεία δηλαδή που ένας απλός θεατής δύσκολα θα εκτιμήσει.
Ξεκινώντας με ένα σκοτεινό εξωτερικό πλάνο, με μια μουσική νανουρίσματος και με κάμερα στο χέρι, καταφέρνει να εισάγει, εξ αρχής, τον θεατή στην επιθυμητή κατάσταση. Οι διάλογοί της είναι πενιχροί και χρησιμοποιούνται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητοι και φυσικά τα πρόσωπα, που εμφανίζονται μπροστά στην κάμερα, περιορίζονται στα τέσσερα.
Το ουρουγουανικό αυτό φιλμ δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει ότι είναι μια εναλλακτική, low-budget ταινία, που καταφέρνει, όμως, με έναν εκπληκτικό τρόπο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, καθώς, συνεχώς του παρουσιάζει στοιχεία που θα τον βάλουν σε σκέψεις: i) Ποιός είναι ο δολοφόνος; Είναι πνεύματα; Είναι άνθρωποι; ii) Ποιά είναι η σημασία του άλμπουμ με τις φωτογραφίες; Για ποιό λόγο μου δείχνει και μου ξαναδείχνει μια κάμερα Polaroid; iii) Ποιό είναι αυτό το κοριτσάκι;, κτλ.
Με εξαίρεση την κάμερα Polaroid και την εμφάνιση ενός τζιπ, το φιλμ, δεν παραπέμπει σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, γεγονός που το κάνει να θυμίζει περισσότερο την εποχή στην οποία αναφέρεται, παρά την σημερινή. Επίσης οι απλές σκηνοθετικές τεχνικές, όπως για παράδειγμα η εικόνα που φωτίζεται, σε κάποιο σημείο, μόνο μέσω του φλας της φωτογραφικής μηχανής ή η σταθεροποίηση της κάμερας, σε μια σκηνή, εκτός του χώρου δράσης, που δίνει μια ηδονοβλεπτική χροιά, μέσω της ανοιχτής πόρτας που βλέπει σ' αυτόν, συντελούν στην τεχνική αρτιότητα του συνόλου.
Το γεγονός, τέλος, ότι η ταινία δεν ολοκληρώνεται στους τίτλους τέλους, αλλά παράλληλα δεν αφήνει και τον θεατή να σηκωθεί από το κάθισμά του, κερδίζοντας την προσοχή του με την παρουσίαση διαφόρων φωτογραφιών, όπως, παράλληλα κι ο τίτλος της ταινίας, που δικαιολογείται τόσο από το ίδιο το σπίτι, όσο κι από τα ευρήματα/πτώματα των αστυνομικών ή τους πίνακες χωρίς χαρακτηριστικά, είναι η τελική πινελιά που έκανε την συγκεκριμένη ταινία, άξια της προσοχής των κριτικών.
Δυστυχώς, λόγω των αργών ρυθμών της και του τρόπου γυρίσματός της, δεν είναι από τις ταινίες που προτείνεται εύκολα. Όπως προανέφερα, όντας κυρίως ένα ατμοσφαιρικό, τεχνικό θρίλερ, οι μόνοι που ενδέχεται να την εκτιμήσουν, είναι το σινεφίλ κοινό των ταινιών τρόμου. Για τους υπόλοιπους αποτελεί, απλά, μια από τις χιλιάδες ταινίες θρίλερ που βλέπουν το φως της κινηματογραφικής αίθουσας, χωρίς να έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ουρουγουανικό θρίλερ του 2010, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, αλλά και σε ιστορία των Gustavo Hernández και Gustavo Rojo, σε σενάριο του Oscar Estévez, διάρκειας 86 λεπτών, με πρωταγωνιστές, τους Florencia Colucci, Gustavo Alonso, Abel Tripaldi και María Salazar.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

8 Οκτωβρίου 2012

(2012) Η αρπαγή 2

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Taken 2


Η υπόθεση
Η Kim (Maggie Grace) ζει μια κανονική ζωή, που δεν θυμίζει σε τίποτα τον εφιάλτη που έζησε στο Παρίσι. Η μητέρα της, Lenore (Famke Janssen), βρίσκεται στα χωρίσματα με τον σύζυγό της και πατριό της Kim. Ο Bryan (Liam Neeson) προσπαθεί να προετοιμάσει την κόρη του, προτού φύγει για κάποιο επαγγελματικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, για να πάρει το δίπλωμα οδήγησής της. Όταν πληροφορείται την κατάσταση της Lenore κι έχοντας αποκτήσει μια πιο οικεία σχέση με την πρώην γυναίκα του, θα προτείνει σε μητέρα και κόρη να τον συνοδεύσουν στο ταξίδι του, δίνοντας την εντύπωση ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει η επανασύνδεση. Οι τρεις τους, όμως, δεν έχουν υπολογίσει ότι κάποιος γυρεύει εκδίκηση για τον θάνατο του γιού του στο Παρίσι. Ο Murad (Rade Serbedzija) θα δώσει εντολή να απαχθούν και τα τρία μέλη της οικογενείας, αλλά καταφέρνει ν' απαγάγει μόνο την Lenore και τον Bryan. Η Kim θα πρέπει να βοηθήσει τον πατέρα της να δραπετεύσει και να σώσει την ίδια, αλλά και την μητέρα της.

Η κριτική
"Η αρπαγή 2" ακολουθώντας την συνταγή της επιτυχίας της πρώτης ταινίας, προσπαθεί να καταπλήξει τον θεατή, αυτή τη φορά, με βάση μια πόλη στα σύνορα της Ευρώπης και της Ανατολής, που έχει κι αυτή, με τη σειρά της, τη δική της μαγεία.
Η δεύτερη συνέχεια, είναι καθαρά μια ταινία δράσης, χωρίς ίχνος θρίλερ και θυμίζει στο ελάχιστο ταινία κατασκοπείας, αλλά καταφέρνει παρόλα αυτά να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο και δεν χαλάει την εικόνα που έχει καταφέρει να δημιουργήσει η αρχική.
Αρχικά, η ταινία έχει το θετικό στοιχείο ότι δεν κάνει ιδιαίτερες αναφορές στην πρώτη, καθιστώντας την, έτσι, κατάλληλη για κάποιον που δεν έχει παρακολουθήσει την προηγούμενή της. Η σχέση της Lenore και του Bryan, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση κι ο επιτήδειος δολοφόνος θα εξηγήσει κατά τη διάρκεια της ταινίας τον λόγο για τον οποίο θέλει να εκδικηθεί. Το μόνο που ίσως παραξενέψει είναι η παρουσία του Jean-Claude (Olivier Rabourdin), αλλά το πέρασμα είναι μικρό κι ο θεατής δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσει την σχέση του με τον ήρωα μας.
Σε δεύτερο πλάνο, πιθανότατα, ο θεατής που έχει δει κι έχει ως πρότυπο την πρώτη ταινία ν' απογοητευτεί από την συνέχεια, καθώς σε σεναριακό επίπεδο θυμίζει περισσότερο αμερικάνικη περιπέτεια, κάτι που η πρώτη απέφυγε. Σαφώς, βέβαια, κι η δεύτερη καταφέρνει να κρατήσει τα έξυπνα τρικ που σκαρφίζεται ο μεσήλικας James Bond, την αρμονική ακολουθία των γεγονότων που θα οδηγήσουν στην λύση, τον πατέρα/σύζυγο υπερ-πράκτορα που διατηρεί ακέραια την ψυχραιμία του και δίνει την αίσθηση της σιγουριάς και ό,τι άλλο έκανε την πρώτη ταινία να σπάσει τα ταμία. Η μόνη διαφορά είναι ότι τα σεναριακά κενά, εδώ, δεν καλύπτονται, το τέλος της είναι λίγο-πολύ προβλέψιμο και στην ταινία, πλέον, αχνοφαίνεται ένα χαζο-ρομαντικό στοιχείο που δεν είναι απαραίτητο.
Βέβαια, αν σας αρέσουν οι ταινίες δράσης, δεν αποκλείεται να βρείτε αυτήν τη συνέχεια πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη, καθώς οι σκηνές του κυνηγητού μέσα στην πόλη είναι περισσότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια. Επίσης, θα δούμε τον Bryan να καθοδηγεί την κόρη του και να δημιουργεί, εν συνεχεία, έναν νέο θηλυκό υπερ-πράκτορα, στοιχείο που έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του.
Ο Liam Neeson, πιστός στον ρόλο του ανθρώπου που είναι γεννημένος πράκτορας, συνεχίζει να υποστηρίζει άψογα τον ρόλο του. Έκπληξη θα κάνει η Maggie Grace, η οποία καταφέρνει να ενσαρκώσει τον, ψεύτικο κι υπερβολικό ομολογουμένως, ρόλο της με άριστο τρόπο.
Αξίζει, τέλος, ν' αναφέρουμε ότι κάλλιστα η ταινία θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν τουριστική διαφήμιση της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στο ανθρωποκυνηγητό, θα ξεπροβάλλουν η Αγιά Σοφιά, οι τούρκικες αγορές και τα χαμάμ της Πόλης, στοιχείο που έλειπε από την προηγούμενη, με έδρα το Παρίσι.
Προτείνεται σε όσους έχουν δει την πρώτη και περιμένουν η δεύτερη να είναι μια καλή ταινία, όχι απαραίτητα καλύτερη απ' την πρώτη, αλλά στα χνάρια της αρχικής. Προτείνεται επίσης στους λάτρεις της αμερικάνικης περιπέτειας δράσης, όπως επίσης και στους θαυμαστές του Liam Neeson ή της ανερχόμενης Maggie Grace.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2012, σε σενάριο των Luc Besson και Robert Mark Kamen και σκηνοθεσία του  Olivier Megaton, διάρκειας 91 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Liam Neeson, Maggie Grace, Famke Janssen και Rade Serbedzija.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

(2008) Η αρπαγή

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Taken


Η υπόθεση
Ο Bryan Mills (Liam Neeson) είναι ένας πατέρας, πρώην πράκτορας της C.I.A., που έχει αφήσει την δουλειά του για να μπορεί να βρίσκεται κοντά στην 17χρονη κόρη του Kim (Maggie Grace). Όταν η Kim ξεκινήσει για ένα ταξίδι με προορισμό την Ευρώπη, μια συμμορία εμπόρων λευκής σαρκός θα την απαγάγει. Για κακή τύχη των απαγωγέων, την ώρα της "αρπαγής", η Kim συνομιλεί με τον πατέρα της στο κινητό, ο οποίος διατηρώντας την ψυχραιμία του της δίνει τις απαραίτητες οδηγίες, για να μπορέσει στη συνέχεια να την εντοπίσει και να εξοντώσει τους απαγωγείς της.

Η κριτική
"Η αρπαγή" παραπέμποντας λίγο σε περιπέτεια δράσης, λίγο σε θρίλερ και λίγο σε ταινία κατασκοπείας, καταφέρνει να συνθέσει μια ταινία υψηλότατων προδιαγραφών για το είδος της, και όχι μόνο.
Ως ταινία κατασκοπείας, θα περίμενε κανείς το κεντρικό της θέμα να είναι η προστασία της πατρίδας/Αμερικής από την κακή Ανατολή, όμως, σοφά θα δούμε ότι οι συντελεστές της αποφεύγουν να καταπιαστούν με ένα θέμα που το έχουν αναλύσει χιλιάδες ταινίες του είδους κι επιλέγουν κάτι λιγότερο προφανές, αλλά με την ίδια βαρύτητα, την προστασία της οικογένειας. Αυτή η εναλλακτική επιλογή είναι που, σε πρώτο στάδιο, κάνει τη διαφορά.
Το δεύτερο στοιχείο που λειτουργεί θετικά στην αποδοχή της ταινίας, είναι το γεγονός ότι αξιοποιεί τον χρόνο της διάρκειάς της κατάλληλα, χωρίς να χάνει περιττό χρόνο σε επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης, για την ικανοποίηση του κοινού της περιπέτειας, ή σε μια μακροσκελή εισαγωγή, που ενδέχεται να κουράσει. Αντίθετα, η ταινία ξεκινά με φιλμ από την παιδική ηλικία της κόρης του Bryan, που καθιστά σαφές ότι αυτή είναι το πρόσωπο-κλειδί της ιστορίας, συνεχίζει δίνοντας μόνο τις απαραίτητες πληροφορίες για τον πρωταγωνιστή και τις δυνατότητές του κι αναλώνει ένα αξιοσέβαστο ποσοστό της διάρκειάς της σε σκηνές δράσης, συνθέτοντας μια απολύτως ισορροπημένη ταινία.
Παρουσιάζοντας, λοιπόν, στο κοινό μόνο τα απολύτως απαραίτητα κι ακολουθώντας μια ροή που διέπεται από λογική σκέψη, ψυχραιμία κι αποφασιστικότητα, οι σεναριογράφοι κι ο σκηνοθέτης της ταινίας, καταφέρνουν να αναδείξουν έναν ωριμότερο James Bond, που τίποτα στον κόσμο δεν είναι ικανό να τον αποπροσανατολίσει από τον στόχο του. Και φυσικά, η καταλληλότερη επιλογή για έναν τέτοιον ρόλο δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον Liam Neeson, ο οποίος με εκπληκτικό τρόπο υποδύεται τον "επαγγελματία" πατέρα.
Βασικό συστατικό της επιτυχίας της, επίσης, είναι το γεγονός ότι καταφέρνει να συνδυάσει τη διαφθορά του αστυνομικού σώματος με το στοιχείο του εμπορίου λευκής σαρκός κι αυτό χωρίς να αποτελεί μια ταινία που απευθύνεται στο σινεφίλ κοινό. Η εξέλιξη δε της δράσης σε μια πόλη που φημίζεται για τον έρωτα και τις καλές τέχνες, το Παρίσι, όπως επίσης κι ο χρονικός περιορισμός που δίνεται στον πρωταγωνιστή είναι ακόμα δύο στοιχεία που την κάνουν ενδιαφέρουσα. Το κυριότερο, όμως, στοιχείο είναι ότι μέχρι το τέλος, δεν ξέρεις αν οι κόποι κι η επιμονή αυτού του ανθρώπου θα αποδώσουν καρπούς.
Το έργο, αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για όλους τους λάτρεις των καλών ταινιών δράσης, αλλά και για όλους όσους δεν τρελαίνονται ιδιαίτερα για τέτοιου τύπου ταινίες, αλλά αναζητούν καλές παραγωγές, που ν' αξίζουν το χρόνο που θα διαθέσουν.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια του 2008, σε σενάριο των Luc Besson και Robert Mark Kamen και σκηνοθεσία του Pierre Morel, διάρκειας 93 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Liam Neeson, Olivier Rabourdin, Maggie Grace, Famke Janssen και Arben Bajraktaraj.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

7 Οκτωβρίου 2012

(2012) Η κόρη

Πρωτότυπος τίτλος: Η κόρη
Αγγλικός τίτλος: The daughter


Η υπόθεση
Η 14χρονη Μυρτώ (Savina Alimani) χάνει, κάποια μέρα, τα ίχνη του πατέρα της. Προσπαθώντας να καταλάβει τι έχει συμβεί, ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της είναι πνιγμένος στα χρέη. Θεωρώντας υπεύθυνο για τα χρέη και την εξαφάνιση του πατέρα της, τον συνέταιρό του, απαγάγει τον 8χρονο γιο του, τον Άγγελο (Άγγελος Παπαδήμας), τον πηγαίνει στην αποθήκη που φιλοξενείται η επιχείρηση των γονιών τους και προσπαθεί, με αυτόν τον τρόπο, να πιέσει τους γονείς του μικρού αγοριού και να μάθει για την τύχη του δικού της πατέρα.

Η κριτική
Η νέα ταινία μεγάλου μήκους του Θάνου Αναστόπουλου παρουσιάζει, μέσα από τα μάτια μιας έφηβης κοπέλας, την ελληνική πραγματικότητα, αλλά και την οικονομική κι ηθική κατάπτωση της σημερινής κοινωνίας, με έναν άλλοτε αλληγορικό κι άλλοτε άκρως ρεαλιστικό τρόπο.
"Η κόρη" είναι μια δραματική ιστορία με καταπληκτική θεματική, που καταφέρνει να προβληματίσει, κατά κύριο λόγο, το κοινό. Σε μερικές σκηνές, θα την δούμε να πατά στα όρια δράματος και ντοκιμαντέρ και σε άλλες στα όρια δράματος και θρίλερ. Η εκπληκτική φωτογραφία της επίσης, αλλά κι η ελάχιστη χρήση μουσικής, την κάνουν να μοιάζει ιδιαίτερα ρεαλιστική. Το έργο βέβαια, συνολικά, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστουργηματικό, καθώς παρουσιάζει αρκετά κενά, που ίσως σε μια ταινία μικρότερης διάρκειας, να είχαν αποφευχθεί.
Κατ' αρχήν, ο σκηνοθέτης αποτυγχάνει να εισάγει τον θεατή στην ιστορία, με έναν τρόπο που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του. Στο πρώτο μισάωρο της ταινίας, ο θεατής θα κληθεί να παρακολουθήσει την απαγωγή του 8χρονου Άγγελου, τις διαδρομές της νεαρής Μυρτούς στην πόλη, τις αυτοσχέδιες διαλογικές σκηνές με διάφορους ανθρώπους, ερασιτέχνες ηθοποιούς, που γνωρίζουν τον πατέρα της, αλλά και τις συγκρούσεις με τη μητέρα της, κι όλα αυτά με έναν τρόπο αρκετά συγκεχυμένο, καθώς οι σκηνές flash-back και ο πραγματικός χρόνος δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους.
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μετά το κουραστικό πρώτο μισάωρο, όταν πια ο θεατής έχει καταφέρει να πιάσει το νόημα, η ταινία αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα κι η υπόλοιπη μια ώρα που ακολουθεί γεμίζει από τα κοινωνικά κι οικονομικά νοήματα που ενίοτε ακούγονται από τα στόματα και τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, ενίοτε διαβάζονται από τα λήμματα του λεξικού.
"Η κόρη" είναι, σε γενικές γραμμές, μια ιδιαίτερη μεν, ενδιαφέρουσα δε, ελληνική ταινία που προτείνεται στους πιστούς του νεοελληνικού κινηματογράφου των βαθύτερων νοημάτων, καθώς μέσα σε μιάμιση ώρα, καταφέρνει να παρουσιάσει τα κοινωνικά προβλήματα, τις διαδηλώσεις, την λαϊκή (αγορά), τις δημόσιες υπηρεσίες, τα μεταφορικά μέσα, την διαδικασία παραγωγής της πρώτης ύλης, τους εργάτες, τους κεφαλαιοκράτες, τους λογιστές, τους διαχειριστές και κυρίως την οικογένεια.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2012, σε σενάριο των Θάνου Αναστόπουλου και Βασίλη Γιάτση και σκηνοθεσία του Θάνου Αναστόπουλου, διάρκειας 87 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Savina Alimani, Άγγελο Παπαδήμα, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Γιώργο Συμεωνίδη, Θεοδώρα Τζήμου και Ορνέλα Καπετάνι.

Οι σύνδεσμοι
Imdb