Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Φεβρουαρίου 2013

(2013) Πολύ σκληρός για να πεθάνει σήμερα

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: A good day to die hard


Η υπόθεση
Ο John McClane (Bruce Willis) ταξιδεύει στην Ρωσία για να βρει τον γιο του Jack (Jai Courtney), ο οποίος, όπως δείχνουν τα στοιχεία στον φάκελό του, εμπλέκεται σε διάφορες παράνομες υποθέσεις. Όταν φτάνει στην Μόσχα, ο John ανακαλύπτει ότι ο Jack στην πραγματικότητα είναι πράκτορας της C.I.A. και βρίσκεται εκεί σε μυστική αποστολή. Πατέρας και γιος θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και θα κατευθυνθούν στον εγκαταλελειμμένο πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, προκειμένου να καταπολεμήσουν το έγκλημα και την τρομοκρατία.

Η κριτική
Η πέμπτη ταινία με πρωταγωνιστή τον Bruce Willis στον ρόλο του πολύ σκληρού John McClane, επιβεβαιώνει τον γενικότερο κανόνα των sequels πετυχημένων ταινιών, που θέλει κάθε συνέχεια να είναι κατώτερη της προηγούμενης, με αποτέλεσμα, μετά από μια ακολουθία ταινιών, ν' αμαυρώνεται κι η φήμη της πρωτότυπης.
Ακολουθώντας την γνωστή συνταγή των προηγούμενων ταινιών, ο Bruce Willis ταξιδεύει αυτή τη φορά στην αιώνια αντίπαλο της Αμερικής, την Ρωσία, αναζητώντας τον γιο του και συμμετέχοντας στις φασαρίες που προκύπτουν, οι οποίες σημειωτέον δεν αργούν και πολύ να κάνουν την εμφάνισή τους. Φυσικά για να μην είναι πολύ προκλητική η επιλογή της χώρας όπου τοποθετείται το έγκλημα, η δράση θα μεταφερθεί και στη γειτονική Ουκρανία, αφού η μυστική αποστολή που βρίσκεται ο Jack αφορά στην πυρηνική καταστροφή του εργοστασίου του Τσερνομπίλ, η οποία είχε συγκλονίσει την διεθνή κοινή γνώμη το 1986.
Με βάση ένα υποτυπώδες σενάριο λοιπόν, το οποίο περιέχει τις αναμενόμενες ανατροπές, το χάος επικρατεί και μόνο ένας έχει την δυνατότητα να το διαχειριστεί. Βέβαια, επειδή αυτός ο ένας έχει αρχίσει και μεγαλώνει, ίσως να έχει έρθει η ώρα να συστηθεί στο κοινό ένας νέος "πολύ σκληρός" που δεν αποκλείεται μελλοντικά ν' αντικαταστήσει τον παλιό. Έτσι, η ιστορία πατέρα και γιου που λαμβάνει χώρα εδώ, έχει τις γλυκανάλατες οικογενειακές της στιγμές, αλλά κατά κύριο λόγο χρησιμεύει στο να πάρει ο Jack κι επίσημα το βάπτισμα του υπέρτατου υπηρέτη του νόμου.
Ο νέος Jai Courtney αποδεικνύεται ιδιαίτερα ικανός στον ρόλο του βοηθού, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Bruce Willis. Η παρουσία του Sebastian Koch επίσης, σε ρόλο κακού, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς όμως να καταφέρνει να σώσει ένα καταδικασμένο αποτέλεσμα. Μπορεί από εφέ η ταινία να γίνεται αποδεκτή από τους λάτρεις του είδους, αλλά δυστυχώς το σενάριό της είναι τόσο πρόχειρα δουλεμένο, καθώς επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια και τα ίδια, όπως την ατάκα του John ότι βρίσκεται εκεί σε διακοπές, κάτι το οποίο στην αρχή είναι αστείο αλλά γρήγορα καταντά κουραστικό.
Με άλλα λόγια αν παρακολουθείτε φανατικά τις ταινίες "Πολύ σκληρός για να πεθάνει", μην περιμένετε να εντυπωσιαστείτε. Δυστυχώς, οι παραγωγοί χρησιμοποιούν απλά το όνομα μιας πετυχημένης ταινίας δράσης, χωρίς να προσπαθούν να εμπλουτίσουν, να εξελίξουν ή να προσαρμόσουν καταλλήλως το νέο τους δημιούργημα.

Βαθμολογία: 1/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη ταινία δράσης του 2013, βασισμένη σε χαρακτήρες του Roderick Thorp, σενάριο του Skip Woods και σκηνοθεσία του John Moore, διάρκειας 97 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Bruce Willis, Jai Courtney, Sebastian Koch, Yuliya Snigir και Mary Elizabeth Winstead.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

(2013) Μη μου χαλάς τη μέρα

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: The last stand


Η υπόθεση
Στο Sommerton της Arizona, ο Ray Owens (Arnold Schwarzenegger) απολαμβάνει την ήσυχη ζωή που του προσφέρει η θέση του σερίφη της μικρής επαρχιακής πόλης. Την ημέρα που βρίσκεται σε άδεια όμως, ο Gabriel Cortez (Eduardo Noriega), ένας Μεξικανός μεγαλέμπορος ναρκωτικών, δραπετεύει από τη φυλακή και κατευθύνεται προς την πόλη του Ray, με σκοπό να διασχίσει τα σύνορα και να επιστρέψει στην χώρα του. Ο Ray ως πιστός υπηρέτης του νόμου όμως, είναι αποφασισμένος να εμποδίσει τον Cortez να διαφύγει μια για πάντα απ' τις αρχές.

Η κριτική
Ο Arnold Schwarzenegger είναι ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα των ταινιών δράσης της δεκαετίας του 1980, έχοντας όμως αγγίξει τα 65 χρόνια, είναι αδύνατον να συνεχίσει να ερμηνεύει πειστικά τον χαρακτήρα του αήττητου "εξολοθρευτή". Έτσι οι ρόλοι που προτιμά τα τελευταία χρόνια είναι περισσότερο στα μέτρα ενός συνταξιοδοτημένου υπερ-ήρωα, πράγμα που αν μη τι άλλο, τον θαυμάζεις-δεν τον θαυμάζεις, σε κάνει να τον σεβαστείς.
Επιλέγοντας λοιπόν να ερμηνεύσει έναν σερίφη μιας ήσυχης πόλης στα σύνορα του Mexico, o Schwarzenegger ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα πολύ οικείο, καθώς όπως κι εκείνος, ο ήρωας που υποδύεται είχε βιώσει στα νιάτα του την ένταση των μεγάλων πόλεων κι έχει αποσυρθεί κατά μια έννοια με δική του πρωτοβουλία. Έχοντας συμμετάσχει στην ομάδα της δίωξης ναρκωτικών κι έχοντας χάσει πολλούς συνεργάτες, είναι φυσιολογικό να χρειάζεται πλέον μια ηρεμία στην ζωή του, όμως το ένδοξο παρελθόν του, παρόλα τα χρόνια που έχουν περάσει, τον βοηθά ν' αντεπεξέλθει στις απαιτητικές καταστάσεις.
Σε ρόλο κακού τώρα, θα συναντήσουμε τον Eduardo Noriega, ο οποίος εκτός από βαθύπλουτος άρχοντας των ναρκωτικών, αποδεικνύεται και άπιαστος οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων. Έτσι, διαφεύγοντας με μια Corvette ZR1, ο διαβολικός Cortez καταφέρνει να προσπεράσει με τεράστια ευκολία όλα τα μπλόκα των αμερικάνικων αρχών, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο στον στόχο του και μοιάζοντας αδύνατον να εγκλωβιστεί και να επανασυλληφθεί, παρόλο που το F.B.I. τον καταδιώκει μανιωδώς.
Αν και για ταινία καταδίωξης, μιλάμε για κάτι αρκετά προβλέψιμο, αξίζει να σταθούμε στο γεγονός της τοποθέτησης της δράσης στη συνοριακή περιοχή των Η.Π.Α., κάτι που θυμίζει κάπως παλαιότερα western, αλλά και στις διάφορες κωμικές σοφίες που ξεστομίζουν οι ήρωες και κάνουν, μαζί με τις σκηνές βίας, την ταινία διασκεδαστική. Άλλωστε, οι ταινίες αυτού του είδους, όταν σέβονται τον θεατή τους παρουσιάζοντάς του κάτι αληθοφανές, αποσκοπούν στην διασκέδαση κι όχι στην ψυχαγωγία.
Αν λοιπόν ανήκετε στο κοινό που εκτιμά τις καλές παραγωγές των περιπετειών δράσης και δεν ψάχνετε για κάτι πρωτότυπο, το "Μη μου χαλάς τη μέρα" αποτελεί μια ικανοποιητική επιλογή.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2013, βασισμένη σε ιστορία του Andrew Knauer, σε σενάριο των Andrew Knauer, Jeffrey Nachmanoff και George Nolfi και σκηνοθεσία του Jee-woon Kim, διάρκειας 107 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Arnold Schwarzenegger, Forest Whitaker, Jaimie Alexander, Eduardo Noriega και Luis Guzmán.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

7 Φεβρουαρίου 2013

(2012) Ο κυνηγημένος

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: The expatriate


Η υπόθεση
Ο Ben Logan (Aaron Eckhart) είναι ένας πρώην κατάσκοπος της C.I.A. που ζει κι εργάζεται μόνιμα, στην πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Βέλγιο. Ένα πρωί, πηγαίνοντας στα γραφεία της εταιρείας όπου έχει προσληφθεί ως ειδικός στα συστημάτα ασφαλείας, θ' ανακαλύψει ότι ο όροφος έχει αδειάσει, όλα τα στοιχεία που αιτιολογούν την παραμονή του στην χώρα έχουν διαγραφεί κι όλοι του οι συνάδελφοι έχουν δολοφονηθεί. Στην προσπάθειά του να σώσει την ζωή του, αλλά και την 15χρονη κόρη του Amy (Liana Liberato), θα βρεθεί κυνηγημένος από τις μυστικές υπηρεσίες να προσπαθεί ν' ανακαλύψει τον λόγο που κάποιοι τον θέλουν νεκρό, με μόνη βοήθεια αυτή της νεαρής κόρης του, η οποία αγνοεί το παρελθόν του πατέρα της.

Η κριτική
Ο Aaron Eckhart πρωταγωνιστεί σε μια αμερικάνικη περιπέτεια που αναπαράγει το γνωστό μοτίβο του τετραπέρατου πρώην πράκτορα της C.I.A. που, για χάρη της οικογένειάς του, έχει εγκαταλείψει την υπηρεσία, βρίσκεται στο ξεκίνημα μιας νέας αρχής κι άθελά του μπαίνει στο στόχαστρο μιας διεθνούς συνωμοσίας. Ως συνέπεια αυτού, η ζωή του διαγράφεται, ο ήρωάς μας βρίσκεται μόνος σε μια ξένη πόλη να προσπαθεί ν' ανακαλύψει την άκρη του νήματος κι η συνέχεια είναι λίγο-πολύ αναμενόμενη.
Φυσικά, από την πλοκή δεν θα μπορούσε να λείπει και το στοιχείο της οικογένειας, που κάνει τον πρωταγωνιστή να μοιάζει περισσότερο οικείος στον μέσο θεατή. Ο χαρακτήρας της κόρης λοιπόν, που συνεχώς κατακρίνει την συμπεριφορά του πατέρα της και τον συγκρίνει με την μητέρα της για να τον χαρακτηρίσει ανίκανο ως κηδεμόνα, έχει αυτόν τον ρόλο. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να την κατηγορήσει για τον τρόπο που αντιδρά, δεδομένου ότι είναι έφηβη κι αγνοεί πολλές σημαντικές λεπτομέρειες για τους λόγους που ο Ben έχει κάνει ορισμένες επιλογές στην ζωή του, συμπεριλαμβανομένης και της απόφασής του να εγκαταλείψει την οικογένειά του. Παρόλη όμως την αντιπαλότητα που υπάρχει ανάμεσα στους δυο τους, ο δεσμός πατέρα και κόρης, υπερισχύει, αναγκάζοντάς τους να λύσουν τις διαφορές τους για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Το γεγονός βέβαια ότι η νεαρή Amy είναι αίμα ενός ικανότατου άντρα, θα την αναδείξει στον τέλειο σύμμαχο.
Αφήνοντας όμως στην άκρη τα στοιχεία αυτά που κάνουν την ταινία να μοιάζει προβλέψιμη, αξίζει ν' αναφέρουμε την συμμετοχή της Olga Kurylenko σε ρόλο-κλειδί. Ενσαρκώνοντας μια πράκτορα της C.I.A. που έχει βοηθήσει έναν ισχυρό άντρα ν' αποκτήσει κάποια απόρρητα έγγραφα της υπηρεσίας κι έχοντας παράλληλα συνάψει στο παρελθόν δεσμό με τον πρωταγωνιστή, ο χαρακτήρας της είναι αμφιλεγόμενος, προσδίδοντας το στοιχεία της ανατροπής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως, παρουσιάζει το γεγονός ότι οι δυο πρωταγωνιστές φυγαδεύονται από μια ομάδα παράνομων μεταναστών, κάτι που δίνει άλλη διάσταση στην υπόσταση του έργου. Όταν οι κυνηγημένοι λαθρομετανάστες, προσφέρουν προστασία σε δυο λευκούς Αμερικανούς στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, τότε το έργο λαμβάνει νοήματα πολιτικά και κοινωνικά που το μεταφέρουν σε ένα ανώτερο επίπεδο από αυτό μιας κοινής περιπέτειας δράσης.
Αν λοιπόν σας αρέσουν οι καλογυρισμένες περιπέτειες δράσης και δεν σας ενοχλεί η ύπαρξη κάποιων κλισέ σ' αυτές, αποτελεί μια συμπαθητική επιλογή για την έξοδό σας.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2012, σε σενάριου του Arash Amel και σκηνοθεσία του Philipp Stölzl, διάρκειας 100 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Aaron Eckhart, Liana Liberato, Olga Kurylenko και Neil Napier.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

30 Ιανουαρίου 2013

(2012) Jack Reacher

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Jack Reacher


Η υπόθεση
Σε μια πολιτεία της Αμερικής, πέντε άνθρωποι σκοτώνονται από έναν ελεύθερο σκοπευτή. Οι έξι κάλυκες και τα δακτυλικά αποτυπώματα που βρίσκονται στον τόπο του εγκλήματος οδηγούν στην ενοχή του James Barr (Joseph Sikora). Μετά την σύλληψη του υπόπτου και πριν την νοσηλεία του σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο, ο Barr θα ζητήσει τον Jack Reacher (Tom Cruise), έναν πρώην αστυνομικό του στρατού που είναι αδύνατον να βρεθεί από τον οποιονδήποτε. Ο Reacher μαθαίνοντας την είδηση κάνει την εμφάνισή του, όχι για να βοηθήσει, αλλά για να θάψει τον Barr. Με προτροπή όμως της συνηγόρου του κατηγορούμενου, Helen Rodin (Rosamund Pike), διεξάγει την δική του έρευνα και τα στοιχεία που συγκεντρώνει, τον κάνουν να πιστέψει ότι ίσως ο James να είναι θύμα πλεκτάνης.

Η κριτική
Ο Jack Reacher είναι ο κεντρικός ήρωας μιας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων του γνωστού Βρετανού συγγραφέα, Lee Child. Από τα 17 έργα με πρωταγωνιστή τον μυστηριώδη και μοναχικό ήρωα, η κινηματογραφική μεταφορά βασίστηκε στο ένατο, καθώς σ' αυτό σκιαγραφείται καλύτερα ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή και παράλληλα το περιεχόμενό του μοιάζει περισσότερο κινηματογραφικό.
Από την αρχή της, η ταινία κάνει εντύπωση στον θεατή, καθώς ο σκηνοθέτης ξεκινά από την επικείμενη δολοφονία των πέντε αθώων. Φροντίζοντας παράλληλα να χρησιμοποιήσει για όσο περισσότερο χρόνο μπορεί μόνο την εικόνα, χωρίς την συνοδεία κειμένου, καταφέρνει να προβάλλει στο κοινό το βασικότερο χαρακτηριστικό του πρωταγωνιστή, το οποίο δεν είναι άλλο από την μετρημένη ομιλία κι επικοινωνία με τ' άλλα πρόσωπα του έργου. Ο Reacher, δεν ανήκει στην κατηγορία των απόστρατων που επιδιώκουν να μπλεχτούν σε καυγάδες, αλλά αποφεύγει να συμμετάσχει σε βίαιες καταστάσεις, μετακινείται συνεχώς για να προστατέψει την ιδιωτικότητά του κι εμφανίζεται μόνο όποτε το κρίνει απαραίτητο.
Από την άλλη, ο χαρακτήρας της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία είναι κι αυτή που κάλεσε τον Reacher να εμφανιστεί, δεν παρουσιάζει τα γνώριμα χαρακτηριστικά μιας δικηγόρου που θ' αναλάμβανε την υπεράσπιση ενός ανθρώπου που όλα τα φαινόμενα είναι εναντίον του. Η Helen Rodin, όντας κόρη ενός σκληρού περιφερειακού εισαγγελέα που με την απειλή της θανατικής ποινής καταφέρνει να πείσει κάθε ύποπτο να παραδεχτεί την ενοχή του, αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Barr για να του δώσει μια ευκαιρία να ζήσει. Τα καθαρά ανθρωπιστικά της κίνητρα λοιπόν, αλλά κι η γυναικεία της φύση, που την κάνει να φαίνεται τρωτή στα μάτια του ήρωα, είναι μερικά από τα στοιχεία που πείθουν τον Reacher να την βοηθήσει στην έρευνά της.
Έτσι, ακολουθώντας μια ανορθόδοξη τακτική οι δυο τους θα ερευνήσουν τις ζωές των προσώπων που δολοφονήθηκαν, εξετάζοντας το κατά πόσο ήταν τυχαίοι στόχοι και θα επανεξετάσουν όλα τα στοιχεία που οδήγησαν την αστυνομία στην σύλληψη του υπόπτου. Τ' αποτελέσματα της έρευνας, αλλά κι η ξαφνική επίθεση που δέχεται ο ήρωάς μας σε κάποιο bar, θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Barr είναι αθώος, ότι κάποιος άλλος είναι ο δολοφόνος, ότι οι ένοχοι κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια κι ότι πιθανότατα κάποιος εκπρόσωπος της δικαιοσύνης είναι μπλεγμένος στην υπόθεση.
Με όλα τα παραπάνω, οι συντελεστές της ταινίας καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα πολύ καλά δομημένο έργο δράσης, με κωμικά κι ηθικά στοιχεία και με αξιόλογες ερμηνείες που συνοδεύουν την καλά μελετημένη κινηματογραφική μεταφορά ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Το γεγονός επίσης, ότι συνεχώς τα δεδομένα προσαρμόζονται και τα στοιχεία που αποκαλύπτονται συμπληρώνουν, σταδιακά, το παζλ της υπόθεσης, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή καθ' όλη την διάρκειά της. Αν λοιπόν σας αρέσουν οι ταινίες δράσης, αποτελεί για εσάς την ιδανική πρόταση, καθώς σίγουρα συγκαταλέγεται στις καλές ταινίες του είδους της.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης, βασισμένη σε βιβλίο του Lee Child, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Christopher McQuarrie, διάρκειας 130 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Tom Cruise, Rosamund Pike, Richard Jenkins, David Oyelowo, Werner Herzog, Joseph Sikora, Jai Courtney, Alexia Fast και Robert Duvall.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

21 Ιανουαρίου 2013

(2013) Οι διώκτες του εγκλήματος

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Gangster squad


Η υπόθεση
Στο Los Angeles του 1949, o Mickey Cohen (Sean Penn) έχει καταφέρει ν' αποκτήσει τον έλεγχο των πάντων. Ελέγχοντας τον υπόκοσμο κι έχοντας, παράλληλα, εξαγοράσει τις αρχές ολόκληρης της California, δημιουργεί περιουσία μέσω της πορνείας, της εμπορίας ναρκωτικών, των όπλων και άλλων παράνομων συναλλαγών, ενώ ετοιμάζει να επεκτείνει την παράνομη επιχείρησή του σε Νέα Υόρκη και Chicago. Φαινομενικά κανείς δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη στον Cohen, όμως, υπό τις διαταγές του Αρχηγού Parker (Nick Nolte), ο αστυνόμος John O'Mara (Josh Brolin), αρχίζει να στρατολογεί μια ομάδα στρατευμένων εχθρών του εγκλήματος, με την οποία θα προσπαθήσει να συλλάβει τον No1 κακοποιό της εποχής.

Η κριτική
Σ' αυτό το έργο, ο Ruben Fleischer, αποπειράται να σκηνοθετήσει ένα γκανγκστερικό φιλμ, που θ' αναβιώσει τις καλές εποχές του παλιού αμερικάνικου crime film και θα παρουσιάσει γι' ακόμα μια φορά την γνωστή ιστορία των αδιάφθορων αστυνομικών, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν, μέσω μιας ανεπίσημης ομάδας, την τάξη που έχει για καιρό χαθεί από το μεταπολεμικό Los Angeles.
Βασιζόμενος στο βιβλίο του Paul Lieberman, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, όπως ενημερωνόμαστε και στην αρχή της ταινίας, και πατώντας σε γνωστά μονοπάτια, ο σκηνοθέτης της ξεκινά το έργο του, παρουσιάζοντάς μας το πραγματικό πρόσωπο του ανεπίσημου κυβερνήτη της πόλης, έτσι ώστε να κατανοήσουμε την ανάγκη δημιουργίας μιας επιχείρησης εξυγίανσης, κι έπειτα μας περνά στην παρουσίαση του καλού και δίκαιου αστυνομικού που θα σώσει ολομόναχος μια νεαρή γυναίκα από τους άντρες του Cohen.
Ο O'Mara, όπως θα δούμε, είναι ο ορισμός του πιστού υπηρέτη του νόμου κι ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία έντιμων αστυνομικών που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την δουλειά τους γνωρίζοντας ότι δεν έχουν κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι τους για να πατάξουν την διαφθορά και τους υπευθύνους της. Έτσι, παρόλο που έχει υποσχεθεί στην ετοιμόγεννη γυναίκα του μια νέα αρχή κι έχοντας κάθε δικαίωμα να παραιτηθεί των καθηκόντων του, δεν μπορεί παρά να παίξει την ζωή του κορώνα-γράμματα, στήνοντας μια επιχείρηση εξολόθρευσης του μεγαλύτερου κακοποιού.
Με τη βοήθεια λοιπόν της συζύγου του, θα στρατολογήσει την ομάδα του, η οποία δεν καλύπτει μόνο τις απαραίτητες ειδικότητες, αλλά και όλους τους πιθανούς χαρακτήρες που θα μπορούσαν ν' αποτελούν εκφραστές του νόμου. Γι' αρχή λοιπόν, γνωρίζουμε τον Coleman Harris (Anthony Mackie), έναν Αφροαμερικανό αξιωματικό που, σαν τον O'Mara, ανήκει στους έντιμους και καθαρούς αστυνομικούς. Έπειτα, ο O'Mara συναντά τον Conway Keeler (Giovanni Ribisi), έναν οικογενειάρχη που για να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί του δέχεται να συμμετάσχει ως τεχνικό μέλος και τέλος, στην ομάδα θα πρέπει να στρατολογηθεί ένας άσσος στο σημάδι, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Max Kennard (Robert Patrick). Ο Max βέβαια, με τον ερχομό του θα φέρει στην ομάδα και τον μαθητευόμενό του, Navidad Ramirez (Michael Peña), έναν Λατινοαμερικανό υπηρέτη του νόμου. Το τελευταίο μέλος της ομάδας, ο Jerry Wooters (Ryan Gosling), δεν θα στρατολογηθεί, θα προσφέρει από μόνος του τις υπηρεσίες του κι ως νέος και γοητευτικός δεν διστάζει να φλερτάρει, αλλά και να συνάψει σχέση, με την συνοδό του Cohen, Grace Faraday (Emma Stone).
Με αυτή τους την επιλογή, οι δημιουργοί της, καλύπτουν μια ευρεία γκάμα των χαρακτήρων που θα μπορούσαν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους εκείνη την εποχή, αλλά παράλληλα καταφέρνουν να παρουσιάσουν τις πολλαπλές ιστορίες των ηρώων του. Από την ταινία, λοιπόν, δεν λείπει το χιούμορ, καθώς ο ρόλος των γυναικών βοηθά στην δημιουργία ενός κωμικού και πιο ανάλαφρου κλίματος, το σασπένς, οι οικογενειακές αξίες, οι οποίες παρουσιάζονται με πολλαπλούς τρόπους, οι δεσμοί δασκάλου και μαθητή, αλλά κι ο έρωτας δυο νέων.
Ωστόσο, αυτό που αξίζει περισσότερο στην ταινία, είναι οι εκπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών της, αλλά κι οι διάφορες ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές επιλογές που παρατηρούμε σ' αυτήν κατά διαστήματα. Από 'κει κι έπειτα, όμως, την ιστορία της πάταξης του εγκλήματος την έχουμε ξαναδεί σε αριστουργήματα του είδους, με τα οποία δυστυχώς είναι αδύνατον να τη συγκρίνουμε. Γι' αυτό λοιπόν, αν είστε λάτρεις των ταινιών απόδοσης δικαίου, σίγουρα θα σας ικανοποιήσει, αλλά μην περιμένετε ότι θα σας μείνει αξέχαστη και μην έχετε υψηλές απαιτήσεις λόγω του πολλά υποσχόμενου cast της.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικο αστυνομικού του 2013, βασισμένο σε βιβλίο του Paul Lieberman, σε σενάριο του Will Beall και σκηνοθεσία του Ruben Fleischer, διάρκειας 113 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Sean Penn, Josh Brolin, Ryan Gosling, Anthony Mackie, Giovanni Ribisi, Robert Patrick, Michael Peña, Mireille Enos Emma Stone και Nick Nolte.

Οι σύνδεσμοι

7 Νοεμβρίου 2012

(2011) J.A.C.E.

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: J.A.C.E.


Η υπόθεση
Ο J.A.C.E. (Alban Ukaj), παρουσιάζεται απ' όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως ένας Βορειοηπειρώτης δολοφόνος, που βρέθηκε νεκρός, και σχετίζεται με διάφορες υποθέσεις λαθρομετανάστευσης, πορνείας και παράνομης διακίνησης ανθρωπίνων οργάνων. Από τη στιγμή της γέννησής του, ο νεαρός J.A.C.E., θα βρεθεί αντιμέτωπος μ' έναν σκληρό κόσμο. Στα 7 του χρόνια, μπροστά τα μάτια του, θα χάσει ολόκληρη την οικογένειά του και θα έρθει, χωρίς τη θέλησή του, στην Ελλάδα. Έχοντας ορκιστεί στον πατέρα του πως δεν θα μιλήσει, ο J.A.C.E., θα περάσει τη ζωή του σιωπηλός και κατατρεγμένος από τον υπόκοσμο, περιμένοντας τον πατέρα του να έρθει να τον βρει.

Η κριτική
Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, 13 χρόνια μετά την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας, μεγάλου μήκους, παρουσιάζει το δεύτερο αριστούργημά του, με πρωταγωνιστή ένα νεαρό αγόρι που μεγαλώνει μέσα στη σιωπή, έχοντας μονάχα μια ελπίδα, να επιστρέψει κάποια στιγμή ο πατέρας του. Καθώς τα χρόνια περνάνε, ο μικρός θα μεγαλώσει, θα πάρει το ψευδώνυμο J.A.C.E. και θα βρεθεί ακόμα πιο βαθιά μπλεγμένος στον κόσμο που του στέρησε την οικογένειά του και την παιδική του ηλικία.
Στις πρώτες στιγμές της ζωής του, η βιολογική μητέρα του μικροσκοπικού νεογνού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, θα δολοφονηθεί μπροστά στα μάτια του από τον ίδιο τον αδελφό της. Την προστασία του νεαρού παιδιού, θ' αναλάβει η υπόλοιπη οικογένεια και στα 7 του χρόνια θα υποδεχτεί τον πατέρα του, που επέστρεψε απ' την Ελλάδα, μόνιμα πια. Εκείνη τη στιγμή, είναι που θα δούμε τον J.A.C.E. να παρακολουθεί στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ με ελέφαντες, στοιχείο που δίνει στον θεατή την αίσθηση μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας, αφού λίγη ώρα αργότερα, το μικρό αγόρι θ' αναγκαστεί να σκοτώσει τον πατέρα του και θα ξεκινήσει μια πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας θα λάβει ένα ψευδώνυμο/όνομα από τα αρχικά "just another confused elephant (ακόμη ένας μπερδεμένος ελέφαντας)".
Όπως αναφέρει στον νεαρό άλαλο έφηβο, ο εκπαιδευτής ζώων ενός τσίρκου, "J.A.C.E." ονομάζουν οι άνθρωποι του τσίρκου, τα μικρά ορφανά ελεφαντάκια, τα οποία μεγαλώνοντας χωρίς οικογένεια γίνονται αρκετά απρόβλεπτα κι αναπτύσσουν σιγά-σιγά μια επιθετική συμπεριφορά. Γι' αυτό το λόγο μαρκάρονται και κάποια στιγμή, όταν ενηλικιωθούν κι εμφανίσουν σημάδια βίας, θανατώνονται. Όταν ζητά να μάθει τ' όνομά του, ο μικρός θα δείξει τα αρχικά J.A.C.E. και μ' αυτόν τον τρόπο θα επιλέξει τ' όνομά του.
Ο Καραμαγγιώλης, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα χαρακτήρα σύγχρονου ήρωα σ' ένα περιβάλλον καθαρά αντιηρωικό, θα προσπαθήσει να προβάλει πολλά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας. Μέσα σε μια δραματική περιπέτεια δράσης, διάρκειας κοντά δυόμιση ωρών, θα μας παρουσιάσει τον κόσμο της παιδικής εκμετάλλευσης, της λαθρομετανάστευσης, των τραβεστί, της πορνείας, των ναρκωτικών, των πουλημένων γιατρών κι αστυνομικών, τις φυλακές ανηλίκων, αλλά και τον κόσμο της showbiz.
Μ' ένα ύφος ντοκιμαντερίστικο και με μια όμορφη τηλεοπτική χροιά, ο δημιουργός θα σχηματίσει εικόνες, μέσα από τις οποίες μιλά μ' έναν ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο στον θεατή του, για μια άσχημη πλευρά της κοινωνίας κι αποπειράται να θίξει κάποια λεπτά, υπαρκτά ζητήματα που την απασχολούν. Ο υπόκοσμος αποτελείται από ανθρώπους κι αυτούς τους ανθρώπους, καλούς και κακούς, προσπαθεί να εμφανίσει ο Καραμαγγιώλης.
Το στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί από πολλούς ως το ύψιστο ελάττωμα του έργου, είναι η μεγάλη του διάρκεια, σε συνδυασμό με την ποσότητα των προβληματικών που αγγίζει αυτό. Κι όντως το "J.A.C.E." είναι μια ταινία που μπορεί να κουράσει ένα μέρος του κοινού που θα πάει απροετοίμαστο. Προσωπικά, όμως, δεν μπορώ να θεωρήσω αδυναμία του έργου μια καθαρή σκηνοθετική επιλογή, η οποία με άγγιξε.
Ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντας έναν χαοτικό κόσμο και εμφανίζοντας στον θεατή τις άπειρες προσλαμβάνουσες, γλιστρώντας από την μια κατάσταση στην άλλη μ' έναν υπέροχο τρόπο, και με την παράλληλη σιωπή του πρωταγωνιστή, αφήνει τον θεατή να πάρει μαζί του όσα κομμάτια της ταινίας αντιστοιχούν στην δική του αντίληψη των πραγμάτων.
Μια εξαιρετική ελληνική παραγωγή, στην οποία το κοινό μπορεί να διακρίνει την λεπτομέρεια και την προσοχή με την οποία έχει γίνει η σύνθεση κι η ολοκλήρωσή της. Η φωτογραφία κι η μουσική της είναι πανέμορφες κι οι ερμηνείες απίστευτες, με τον Ιερώνυμο Καλετσάνο να ξεδιπλώνει το ταλέντο του σ' έναν υπέροχο ρόλο. Η διαρκής παρουσία, επίσης, ενός χριστουγεννιάτικου κλίματος που φέρνει στο μυαλό οικογενειακές στιγμές ευτυχίας, λειτουργεί μ' έναν άκρως τραγικό κι ειρωνικό τρόπο.
Για όλους τους κυνηγούς των ελληνικών παραγωγών, είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε. Για τους σινεφίλ, είναι μια ταινία που θα σας την πρότεινα, τονίζοντάς σας όμως την μεγάλη της διάρκεια, αλλά και την υπερβολή της στη μυθοπλασία.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2011, σε σενάριο του Μενελάου Καραμαγγιώλη και Νίκου Πανουτσόπουλου και σκηνοθεσία του Μενελάου Καραμαγγιώλη, διάρκειας 142 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Alban Ukaj, Γιώργο Μέλλο, Soma Badekas, Χρήστο Λούλη, Μηνά Χατζησάββα, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρη Ξάφη, Γιάννη Τσορτέκη, Κόρα Καρβούνη, Franco Trevisi, Ακύλλα Καραζήση, Κώστα Μπερικόπουλο και Diogo Infante.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb
Rotten Tomatoes

6 Νοεμβρίου 2012

(2012) Skyfall

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Skyfall


Η υπόθεση
Ο James Bond (Daniel Craig) βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταδιώκει έναν άντρα, ο οποίος έχει κλέψει τον σκληρό δίσκο που περιέχονται όλα τα στοιχεία για τις ταυτότητες των μυστικών πρακτόρων που έχουν εισχωρήσει σε τρομοκρατικές οργανώσεις ανά τον πλανήτη. Η καταδίωξη λήγει άδοξα, καθώς η M (Judi Dench) δίνει εντολή στην συνάδελφο του Bond, Eve (Naomie Harris), να ρίξει στον στόχο, ακόμα κι αν δεν έχει καθαρό πεδίο βολής. Η σφαίρα πετυχαίνει τον Bond και τρεις μήνες μετά, ο δίσκος έχει κάνει φτερά κι ο πράκτορας 007 θεωρείται νεκρός. Ο Bond θα επιστρέψει στη βάση του, όταν η είδηση για βομβιστική επίθεση στα κεντρικά γραφεία της MI6 θα κάνει το γύρο του κόσμου και θα καταλάβει ότι η υπηρεσία χρειάζεται τη βοήθειά του. Αποτυγχάνοντας σε όλα τα τεστ, θα κριθεί κατάλληλος να επιστρέψει στην ενεργό δράση, να βρει τους τρομοκράτες που απειλούν τις μυστικές υπηρεσίες και να τους αφανίσει.

Η κριτική
Το "Skyfall" είναι μια υπερπαραγωγή υψηλών προδιαγραφών, καθώς το τραγούδι των τίτλων έχει αναλάβει η βασίλισσα της βρετανικής μουσικής σκηνής, Adele, στην καρέκλα του σκηνοθέτη κάθεται ο Sam Mendes και στον ρόλο του κακού θα συναντήσουμε τον Javier Bardem, που κάνει επίδειξη των ικανοτήτων του, γι' ακόμη μια φορά.
Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά για την καλύτερη ταινία Bond που έχει ποτέ γυριστεί, σίγουρα όμως μπορούμε να την θεωρήσουμε την καλύτερη της τριλογίας με πρωταγωνιστή τον Daniel Craig και μια από τις καλύτερες εκ των εικοσιτριών ταινιών που εμφανίζεται ο θρυλικός πράκτορας.
Εδώ βέβαια, θα χρειαστεί να επιστήσω την προσοχή σας. Το γεγονός ότι από πολλούς, ακούγονται εγκωμιαστικά σχόλια για τη συγκεκριμένη ταινία, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την επιστροφή της στις παλιές καλές εποχές, που οι ταινίες Bond ήταν γεμάτες gadgets, αυτοκίνητα και γυναίκες. Αντίθετα, μιλάμε για έναν Bond σύγχρονο που, επιτέλους, πείθει εξίσου το νεώτερο και το πιστό κοινό του θρυλικού πράκτορα και που αναλαμβάνει να διαιωνίσει το είδωλο αυτό, οδεύοντας τώρα προς τα 100 χρόνια επιτυχημένης παρουσίας του στον κινηματογραφικό χώρο.
Απόλυτα προσαρμοσμένος στις ανάγκες της σημερινής εποχής, ο Bond εδώ, επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της αναδρομής. Αντί των gadgets λοιπόν, τα οποία πλέον αποτελούν κομμάτι της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ δύσκολα εκπλήσσουν, ο Bond θα επιστρέψει στις ρίζες του και στους παλιούς, καλούς, πατροπαράδοτους τρόπους που φέρνουν στο μυαλό μια άλλη εποχή, στην οποία οι ηθικές αξίες ήταν εμφανείς και στέρεες. Η επανεμφάνιση, δε, της θρυλικής Aston Martin DB5 αναπληρώνει την όποια απώλεια σύγχρονων μοντέλων αυτοκινήτων.
Βέβαια, η επιλογή της επιστροφής στα παλιά, αφήνει ένα μεγάλο περιθώριο για συγκρίσεις, από τις οποίες ο Craig θα μπορούσε να βγει ηττημένος. Όμως για πρώτη φορά, ο Daniel και ο James συνυπάρχουν τόσο αρμονικά, που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για συγκρίσεις. Προσωπικά ο Daniel Craig, μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει να με πείσει ως James Bond και δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε, πλέον, για έναν καλύτερο πράκτορα από τον Sean Connery, σίγουρα όμως μιλάμε για έναν χαρακτήρα που έρχεται σε σύγκρουση με τις σκιές τις ΜΙ6 (όταν δείτε την ταινία θα καταλάβετε πού αναφέρομαι) και βγαίνει, επιτέλους, αλώβητος από τη σημαντικότερη όλων των σκιών, αυτή του Connery.
Η ανάγκη της κοινωνίας να επιστρέψει σ' ένα παρελθόν καλύτερο απ' το παρόν και να ξεκινήσει από την αρχή, υπάρχει διάχυτη σ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, ακόμα και στον τίτλο της. Το "Skyfall", θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα κι ως φόρος τιμής στην παρουσία της Judi Dench στον ρόλο της M, καθώς σταδιακά, θα τη δούμε να μετατρέπεται στο επίμαχο πρόσωπο της ταινίας. Από τις αρχές του έργου κιόλας, θα δούμε το πρόσωπό της να έχει αντικαταστήσει το πρόσωπο της βασίλισσας Ελισάβετ κι ένα μήνυμα θα κάνει την εμφάνισή του που θα την παροτρύνει να σκεφτεί τις αμαρτίες της.
Παράλληλα, ο Q (Ben Whishaw) κι η Δεσποινίς Moneypenny επιστρέφουν μετά από δυο ταινίες κι οι διάλογοι, εκτός από την σπιρτάδα τους, που προκαλεί ένα ελαφρύ μειδίαμα στον θεατή, περνάνε σε άλλο επίπεδο, ωθώντας το κοινό να γελάσει με την ψυχή του, κάποιες στιγμές. Κορυφαία, είναι η παρουσία του Javier Bardem σε ρόλο κακού, ο οποίος σίγουρα είναι ο καλύτερος υποχθόνιος αντίπαλος και των εικοσιτριών ταινιών Bond.
Η σκηνοθετική άποψη του Sam Mendes κι η φωτογραφία της συγκεκριμένης ταινίας, είναι καταπληκτικές, έχοντας επιτύχει να βρουν τη χρυσή τομή της σύγχρονης τεχνολογίας γραφικών και των παλιών καλών, λόγω της απλότητάς τους, εφέ.
Με δυο λόγια, συστήνεται ανεπιφύλακτα, στους λάτρεις της περιπέτειας δράσης, του James Bond, του Daniel Craig και του Javier Bardem, σημειώνοντας και τονίζοντας στους παλιούς θεατές, ότι μιλάμε για έναν σύγχρονο Bond κι όχι για μια φτηνή κόπια του Sean Connery.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Βρετανική περιπέτεια κατασκοπείας του 2012, βασισμένη στους χαρακτήρες του Ian Fleming, σε σενάριο των Neal Purvis, Robert Wade και John Logan και σκηνοθεσία του Sam Mendes, διάρκειας 143 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Daniel Craig, Judi Dench, Javier Bardem, Naomie Harris, Ralph Fiennes, Bérénice Marlohe, Ben Whishaw και Albert Finney.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

5 Νοεμβρίου 2012

(2008) Quantum of solace

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Quantum of solace


Η υπόθεση
Ο James Bond (Daniel Craig) φεύγει από την Lago di Garda και κατευθύνεται προς τη Siena της Ιταλίας με τον White (Jesper Christensen) στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Κατά την προσπάθεια ανάκρισής του, οι άνθρωποι της MI6 ανακαλύπτουν ότι η οργάνωση με την οποία σχετίζεται ο White, έχει ανθρώπους παντού, ακόμα και στην ίδια την MI6. Με τη βοήθεια του προσωπικού σωματοφύλακα της M (Judi Dench), o White προσπαθεί ν' αποδράσει. Όταν ο Bond σκοτώσει τον συνεργό του White και σωματοφύλακα της M, μέσω ενός χαρτονομίσματος στο πορτοφόλι του, θα βρεθεί στην Αϊτή. Εκεί θα φτάσει στον Dominic Greene (Mathieu Amalric), ένα μέλος της οργάνωσης που συνεργαζόταν ο White και που προτίθεται, τώρα, να βοηθήσει τον Στρατηγό Medrano (Joaquín Cosio) να επανακτήσει το αξίωμα του κυβερνήτη της Βολιβίας, σε αντάλλαγμα μιας έκτασης στην έρημο. Ο Bond έχοντας προσωπικές υποθέσεις να κλείσει, θ' ασχοληθεί με την οργάνωση και θα προσπαθήσει να φτάσει στο στόχο του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει τον αφορισμό του από την MI6.

Η κριτική

Καθώς το "Quantum of solace" αποτελεί την άμεση συνέχεια του "Casino Royale", το κατά πόσο θα σας αρέσει ή όχι η 22η ταινία της σειράς, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εντύπωση που σας έκανε η πρώτη παραγωγή, με τον Daniel Craig σε ρόλο πρωταγωνιστή.
Σίγουρα, όμως, ακόμα κι αν σας άρεσε το "Casino Royale", αυτή η ταινία είναι πολύ κατώτερή της. Και πώς να μην είναι, όταν μέσα σε δυο μόλις χρόνια από την μεταφορά ενός, κατά τη γνώμη μου και συγκριτικά πάντα, καθαρά λογοτεχνικού μυθιστορήματος, οι σεναριογράφοι του αποπειρώνται να καλύψουν τα όποια κενά θεωρούν ότι αφήνει το τέλος της πρώτης ταινίας, μ' ένα δικό τους σενάριο που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πλησιάσει τις ιστορίες του Fleming;
Αυτή η ταινία, με άλλα λόγια, βασιζόμενη στην τεράστια εισπρακτική επιτυχία του "Casino Royal", δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια να τραβήξουν από τα μαλλιά τον τρόπο που ο Bond κατέληξε να γίνει ο γνωστός σε όλους μας πράκτορας 007 και να δώσουν στο κοινό αχρείαστες επεξηγήσεις, στοχεύοντας μόνο στο οικονομικό όφελος κι όχι στην δημιουργία μιας ταινίας που ν' αξίζει να μπει στο αρχείο των ταινιών Bond.
Ο James ακόμα, θυμίζει και δεν θυμίζει τον γνωστό πράκτορα. H προσωπική του ιστορία εκδίκησης, πάλι, ενδιαφέρει και δεν ενδιαφέρει τον θεατή και για να μην υπάρξει έντονη δυσαρέσκεια, οι τρύπες μπαλώνονται με την ιστορία της συμπρωταγωνίστριάς του, Camille (Olga Kurylenko), η οποία έχει κι ένα σοβαρό λόγο να γυρέψει εκδίκηση. Ο Bond πάλι, ψάχνει να εκδικηθεί στα τυφλά και βρίσκει τις απαραίτητες πληροφορίες που θα τον οδηγήσουν στο στόχο του, εκεί που εσύ έχεις ξεχάσει ότι για κάποιο λόγο θέλει να πάρει εκδίκηση για κάτι.
Βέβαια, ο Craig εδώ είναι λιγάκι πιο πιστευτός ως James Bond, η παρουσία της M είναι περισσότερο ουσιαστική και γνώριμη, περιέχονται πολιτικά και περιβαλλοντολογικά μηνύματα, οι γυναικείες παρουσίες είναι ταιριαστές και φυσικά την ταινία σώζει η αστείρευτη δράση, άνευ νοήματος, που υπάρχει σε στέρεο, υδάτινο κι εναέριο έδαφος, με τις διάφορες καταδιώξεις πεζή, σ' αυτοκίνητο, σε σκάφος κι αεροσκάφος, που δεν μπορούν ν' αφήσουν κανέναν παραπονεμένο.
Όντας περισσότερο μια περιπέτεια δράσης της σειράς, αν δεν σας άρεσε ή σας φάνηκε μέτριο το "Casino Royale" μην την προτιμήσετε. Αν πάλι, η προηγούμενή της, σας φάνηκε μια αποκάλυψη, δείτε την, αλλά να ξέρετε πως θα σας απογοητεύσει, συγκριτικά. Προσωπικά η πρώτη, δεν με ενθουσίασε και τη συγκεκριμένη έπρεπε να την ξαναδώ, όχι μόνο για να μπορέσω να γράψω την κριτική, αλλά γιατί μου φάνηκε τόσο αδιάφορη που δεν θυμόμουν ούτε μια σκηνή της... και συνέχιζα να μην την θυμάμαι όση ώρα την ξαναέβλεπα.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Βρετανική περιπέτεια κατασκοπείας του 2008, σε σενάριο των Neal Purvis, Robert Wade και Paul Haggis και σκηνοθεσία του Marc Forster, διάρκειας 106 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Daniel Craig, Judi Dench, Mathieu Amalric, Olga Kurylenko, Gemma Arterton, Jeffrey Wright, Giancarlo Giannini, Joaquín Cosio και Jesper Christensen.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

4 Νοεμβρίου 2012

(2006) Casino Royale

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Casino Royale


Η υπόθεση
Ο James Bond (Daniel Craig), εκτελώντας τον δεύτερο φόνο που χρειάζεται για να ανέβει κλίμακα ως πράκτορας, θα πάρει τον πολυπόθητο τίτλο 00. Στην πρώτη του αποστολή ως 007, ο Bond, θα βρεθεί στη Μαδαγασκάρη, όπου θα πρέπει, μέσω ενός βομβιστή που παρακολουθείται, ν' ανακαλύψει ένα ολόκληρο δίκτυο τρομοκρατίας, που κρύβεται από πίσω. Τα γεγονότα δεν εξελίσσονται ακριβώς όπως θα ήθελε η MI6, αλλά ο Bond καταφέρνει, πριν σκοτώσει τον βομβιστή και καταστρέψει την πρεσβεία της Nambutu, στην οποία καταφεύγει ο τρομοκράτης κάποια στιγμή στην καταδίωξη, να πάρει το κινητό του. Μέσω διαφόρων στοιχείων που θα συλλέξει στην πορεία, ο θρυλικός πράκτορας θα φτάσει στον Le Chiffre (Mads Mikkelsen), έναν τραπεζίτη που αναλαμβάνει τη φύλαξη των χρημάτων διεθνών τρομοκρατών. Ο Bond, με την βοήθεια της MI6, θα εισχωρήσει, ως αντικαταστάτης, σ' ένα παιχνίδι του Casino Royale και θα βάλει τα δυνατά του να μην επιτρέψει στον Le Chiffre να κερδίσει για λογαριασμό της τρομοκρατίας τα 150 εκατομμύρια που θα μαζευτούν στο παιχνίδι.

Η κριτική
Η κινηματογραφική μεταφορά του εισαγωγικού βιβλίου μιας σειράς μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή τον James Bond, σίγουρα δεν είναι μικρή κι εύκολη υπόθεση. Ο χαρακτήρας του Ian Fleming, έπρεπε ν' αναπαρασταθεί όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά κι η λογοτεχνική ατμόσφαιρα έπρεπε να περάσει μ' έναν ωραίο τρόπο στην μεγάλη οθόνη. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Ο Martin Campbell ξεκινά την ταινία του με μια ασπρόμαυρη εικόνα, που περνά άμεσα στον θεατή το μήνυμα του παλαιού. Η εναρκτήρια σκηνή, επίσης, που ο Bond παίρνει τον τίτλο του 00, δεν αφήνει περιθώρια στο κοινό να θεωρήσει ότι η συγκεκριμένη ταινία ακολουθεί τις προηγούμενες, παρά κάνει σαφές το γεγονός ότι είναι ένας πρόλογος όλων των ταινιών που έχουν, μέχρι στιγμής, προβληθεί.
Ο χαρακτήρας του Bond αρχίζει να διαγράφεται και να παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τον Bond των επόμενων ταινιών, που έχουν προηγηθεί χρονικά, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να ταυτιστεί, τουλάχιστον όχι μέχρι να τελειώσει η ταινία, με τον Bond που έχουμε ήδη γνωρίσει. Στη συγκεκριμένη ταινία, αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του πράκτορα 007 κι όχι τόσο η σύλληψη του κακού κι η απόδοση δικαιοσύνης.
Σαν εγχείρημα, θεωρώ ότι δικαιολογημένα, τόσα χρόνια, κανείς δεν αποπειράθηκε ν' αγγίξει την συγκεκριμένη ιστορία και να την μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, χωρίς να την διακωμωδεί. Όμως όταν τα prequel γίνονται τις μόδας, ο James Bond δεν μπορεί να μείνει χωρίς την κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου του βιβλίου. Έτσι λοιπόν, ξεκινά το πείραμα και το αποτέλεσμα, δυστυχώς, αποτυγχάνει.
Η ταινία, είναι φανερό ότι είναι βασισμένη σ' ένα λογοτεχνικό κείμενο, καθώς οι πληροφορίες που μας δίνονται είναι τόσο μπερδεμένες κι οι έντονες σκηνές μάχης γίνονται χωρίς την ύπαρξη όπλων, αλλά πάνω σ' ένα τραπέζι, ποντάροντας. Επίσης, ο υπερβολικός χρόνος που αναλώνεται στην ανάπτυξη του ερωτικού δεσμού του Bond και της Vesper (Eva Green), δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σε μια ταινία, αν δεν ήταν γνωστό ότι αυτή βασίζεται σ' ένα μυθιστόρημα.
Η εισαγωγή, παράλληλα, ενός νέου ηθοποιού στον ρόλο του θρυλικού 007, είναι ακόμα ένα στοιχείο που δυσκολεύει την ταινία να λειτουργήσει. Από τη μια είναι πιο εύκολο να παρουσιάσεις ένα prequel έχοντας ένα φρέσκο πρωταγωνιστή, από την άλλη, όμως, μήπως είναι πιο λογικό να έχεις φροντίσει να γίνει αποδεκτός στο ρόλο του από την κοινή γνώμη, όταν ξέρεις ότι το αντικείμενο που προσπαθείς να παρουσιάσεις είναι κατώτερο όσων έχουν ήδη δει το φως; Κι ο μόνος λόγος που το αναφέρω, είναι γιατί ο Craig, παρόλο που είναι πολύ καλός ηθοποιός, δεν πείθει για Bond, αλλά πώς να πείσει όταν ο ίδιος ο Bond δεν πείθει για Bond;
Αντίθετα, αν ξεγυμνώσεις την ταινία από τα τεχνικά χαρακτηριστικά της και μείνεις μόνος με το σκελετό της, μπορείς να διακρίνεις το μεγαλείο του κειμένου που έκανε τον θρυλικό πράκτορα της MI6 να προηγείται της φήμης του. Μόνο που το κείμενο, είναι τόσο ατμοσφαιρικό, που οι μόνες σκηνές που ο θεατής μένει καθηλωμένος, είναι οι σκηνές στο τραπέζι του πόκερ. Από 'κεί κι έπειτα, μιλάμε για μια ικανοποιητική ταινία, με κάποιες ανατροπές, κάποιες καταστροφές, κάποιες γυναικείες παρουσίες, που αν δεν είχε το βιβλίο του Ian Fleming να τη στηρίζει, θα κάναμε λόγο για ένα πρώτο "Quantum of solace", ποιοτικά κι εισπρακτικά.
Σαν ταινία, σίγουρα δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές που ένας θαυμαστής του Bond θα πρέπει να έχει στην ταινιοθήκη του. Όντας όμως ο θεμέλιος λίθος της σειράς, ένας φανατικός θαυμαστής του Άγγλου πράκτορα, δεν είναι δυνατόν να μην την έχει δει. Αν και προσωπικά, η προβολή της δεν μπορώ να πω πως μου προσέφερε κάτι, δεν γίνεται κιόλας να μην αναγνωρίσω ότι η προσπάθεια μεταφοράς της ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη, άσχετα από το αποτέλεσμα... το οποίο δεν χαρακτηρίζεται και κακό, αλλά όχι κι αντίστοιχο ενός Bond. Τελικό συμπέρασμα: Κάποια βιβλία δεν πρέπει ν' αγγίζονται και σίγουρα δεν πρέπει να συμπληρώνονται με ακόλουθες ταινίες, όπως έγινε με το "Casino Royale" και την συνέχειά του εν έτει 2008.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Βρετανική περιπέτεια κατασκοπείας του 2006, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίου του Ian Fleming, σε σενάριο των Neal Purvis, Robert Wade και Paul Haggis και σκηνοθεσία του Martin Campbell, διάρκειας 144 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Daniel Craig, Judi Dench, Mads Mikkelsen, Eva Green, Giancarlo Giannini, Jeffrey Wright, Simon Abkarian και Caterina Murino.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

8 Οκτωβρίου 2012

(2012) Η αρπαγή 2

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Taken 2


Η υπόθεση
Η Kim (Maggie Grace) ζει μια κανονική ζωή, που δεν θυμίζει σε τίποτα τον εφιάλτη που έζησε στο Παρίσι. Η μητέρα της, Lenore (Famke Janssen), βρίσκεται στα χωρίσματα με τον σύζυγό της και πατριό της Kim. Ο Bryan (Liam Neeson) προσπαθεί να προετοιμάσει την κόρη του, προτού φύγει για κάποιο επαγγελματικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, για να πάρει το δίπλωμα οδήγησής της. Όταν πληροφορείται την κατάσταση της Lenore κι έχοντας αποκτήσει μια πιο οικεία σχέση με την πρώην γυναίκα του, θα προτείνει σε μητέρα και κόρη να τον συνοδεύσουν στο ταξίδι του, δίνοντας την εντύπωση ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει η επανασύνδεση. Οι τρεις τους, όμως, δεν έχουν υπολογίσει ότι κάποιος γυρεύει εκδίκηση για τον θάνατο του γιού του στο Παρίσι. Ο Murad (Rade Serbedzija) θα δώσει εντολή να απαχθούν και τα τρία μέλη της οικογενείας, αλλά καταφέρνει ν' απαγάγει μόνο την Lenore και τον Bryan. Η Kim θα πρέπει να βοηθήσει τον πατέρα της να δραπετεύσει και να σώσει την ίδια, αλλά και την μητέρα της.

Η κριτική
"Η αρπαγή 2" ακολουθώντας την συνταγή της επιτυχίας της πρώτης ταινίας, προσπαθεί να καταπλήξει τον θεατή, αυτή τη φορά, με βάση μια πόλη στα σύνορα της Ευρώπης και της Ανατολής, που έχει κι αυτή, με τη σειρά της, τη δική της μαγεία.
Η δεύτερη συνέχεια, είναι καθαρά μια ταινία δράσης, χωρίς ίχνος θρίλερ και θυμίζει στο ελάχιστο ταινία κατασκοπείας, αλλά καταφέρνει παρόλα αυτά να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο και δεν χαλάει την εικόνα που έχει καταφέρει να δημιουργήσει η αρχική.
Αρχικά, η ταινία έχει το θετικό στοιχείο ότι δεν κάνει ιδιαίτερες αναφορές στην πρώτη, καθιστώντας την, έτσι, κατάλληλη για κάποιον που δεν έχει παρακολουθήσει την προηγούμενή της. Η σχέση της Lenore και του Bryan, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση κι ο επιτήδειος δολοφόνος θα εξηγήσει κατά τη διάρκεια της ταινίας τον λόγο για τον οποίο θέλει να εκδικηθεί. Το μόνο που ίσως παραξενέψει είναι η παρουσία του Jean-Claude (Olivier Rabourdin), αλλά το πέρασμα είναι μικρό κι ο θεατής δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσει την σχέση του με τον ήρωα μας.
Σε δεύτερο πλάνο, πιθανότατα, ο θεατής που έχει δει κι έχει ως πρότυπο την πρώτη ταινία ν' απογοητευτεί από την συνέχεια, καθώς σε σεναριακό επίπεδο θυμίζει περισσότερο αμερικάνικη περιπέτεια, κάτι που η πρώτη απέφυγε. Σαφώς, βέβαια, κι η δεύτερη καταφέρνει να κρατήσει τα έξυπνα τρικ που σκαρφίζεται ο μεσήλικας James Bond, την αρμονική ακολουθία των γεγονότων που θα οδηγήσουν στην λύση, τον πατέρα/σύζυγο υπερ-πράκτορα που διατηρεί ακέραια την ψυχραιμία του και δίνει την αίσθηση της σιγουριάς και ό,τι άλλο έκανε την πρώτη ταινία να σπάσει τα ταμία. Η μόνη διαφορά είναι ότι τα σεναριακά κενά, εδώ, δεν καλύπτονται, το τέλος της είναι λίγο-πολύ προβλέψιμο και στην ταινία, πλέον, αχνοφαίνεται ένα χαζο-ρομαντικό στοιχείο που δεν είναι απαραίτητο.
Βέβαια, αν σας αρέσουν οι ταινίες δράσης, δεν αποκλείεται να βρείτε αυτήν τη συνέχεια πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη, καθώς οι σκηνές του κυνηγητού μέσα στην πόλη είναι περισσότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια. Επίσης, θα δούμε τον Bryan να καθοδηγεί την κόρη του και να δημιουργεί, εν συνεχεία, έναν νέο θηλυκό υπερ-πράκτορα, στοιχείο που έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του.
Ο Liam Neeson, πιστός στον ρόλο του ανθρώπου που είναι γεννημένος πράκτορας, συνεχίζει να υποστηρίζει άψογα τον ρόλο του. Έκπληξη θα κάνει η Maggie Grace, η οποία καταφέρνει να ενσαρκώσει τον, ψεύτικο κι υπερβολικό ομολογουμένως, ρόλο της με άριστο τρόπο.
Αξίζει, τέλος, ν' αναφέρουμε ότι κάλλιστα η ταινία θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν τουριστική διαφήμιση της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στο ανθρωποκυνηγητό, θα ξεπροβάλλουν η Αγιά Σοφιά, οι τούρκικες αγορές και τα χαμάμ της Πόλης, στοιχείο που έλειπε από την προηγούμενη, με έδρα το Παρίσι.
Προτείνεται σε όσους έχουν δει την πρώτη και περιμένουν η δεύτερη να είναι μια καλή ταινία, όχι απαραίτητα καλύτερη απ' την πρώτη, αλλά στα χνάρια της αρχικής. Προτείνεται επίσης στους λάτρεις της αμερικάνικης περιπέτειας δράσης, όπως επίσης και στους θαυμαστές του Liam Neeson ή της ανερχόμενης Maggie Grace.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2012, σε σενάριο των Luc Besson και Robert Mark Kamen και σκηνοθεσία του  Olivier Megaton, διάρκειας 91 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Liam Neeson, Maggie Grace, Famke Janssen και Rade Serbedzija.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

(2008) Η αρπαγή

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Taken


Η υπόθεση
Ο Bryan Mills (Liam Neeson) είναι ένας πατέρας, πρώην πράκτορας της C.I.A., που έχει αφήσει την δουλειά του για να μπορεί να βρίσκεται κοντά στην 17χρονη κόρη του Kim (Maggie Grace). Όταν η Kim ξεκινήσει για ένα ταξίδι με προορισμό την Ευρώπη, μια συμμορία εμπόρων λευκής σαρκός θα την απαγάγει. Για κακή τύχη των απαγωγέων, την ώρα της "αρπαγής", η Kim συνομιλεί με τον πατέρα της στο κινητό, ο οποίος διατηρώντας την ψυχραιμία του της δίνει τις απαραίτητες οδηγίες, για να μπορέσει στη συνέχεια να την εντοπίσει και να εξοντώσει τους απαγωγείς της.

Η κριτική
"Η αρπαγή" παραπέμποντας λίγο σε περιπέτεια δράσης, λίγο σε θρίλερ και λίγο σε ταινία κατασκοπείας, καταφέρνει να συνθέσει μια ταινία υψηλότατων προδιαγραφών για το είδος της, και όχι μόνο.
Ως ταινία κατασκοπείας, θα περίμενε κανείς το κεντρικό της θέμα να είναι η προστασία της πατρίδας/Αμερικής από την κακή Ανατολή, όμως, σοφά θα δούμε ότι οι συντελεστές της αποφεύγουν να καταπιαστούν με ένα θέμα που το έχουν αναλύσει χιλιάδες ταινίες του είδους κι επιλέγουν κάτι λιγότερο προφανές, αλλά με την ίδια βαρύτητα, την προστασία της οικογένειας. Αυτή η εναλλακτική επιλογή είναι που, σε πρώτο στάδιο, κάνει τη διαφορά.
Το δεύτερο στοιχείο που λειτουργεί θετικά στην αποδοχή της ταινίας, είναι το γεγονός ότι αξιοποιεί τον χρόνο της διάρκειάς της κατάλληλα, χωρίς να χάνει περιττό χρόνο σε επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης, για την ικανοποίηση του κοινού της περιπέτειας, ή σε μια μακροσκελή εισαγωγή, που ενδέχεται να κουράσει. Αντίθετα, η ταινία ξεκινά με φιλμ από την παιδική ηλικία της κόρης του Bryan, που καθιστά σαφές ότι αυτή είναι το πρόσωπο-κλειδί της ιστορίας, συνεχίζει δίνοντας μόνο τις απαραίτητες πληροφορίες για τον πρωταγωνιστή και τις δυνατότητές του κι αναλώνει ένα αξιοσέβαστο ποσοστό της διάρκειάς της σε σκηνές δράσης, συνθέτοντας μια απολύτως ισορροπημένη ταινία.
Παρουσιάζοντας, λοιπόν, στο κοινό μόνο τα απολύτως απαραίτητα κι ακολουθώντας μια ροή που διέπεται από λογική σκέψη, ψυχραιμία κι αποφασιστικότητα, οι σεναριογράφοι κι ο σκηνοθέτης της ταινίας, καταφέρνουν να αναδείξουν έναν ωριμότερο James Bond, που τίποτα στον κόσμο δεν είναι ικανό να τον αποπροσανατολίσει από τον στόχο του. Και φυσικά, η καταλληλότερη επιλογή για έναν τέτοιον ρόλο δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον Liam Neeson, ο οποίος με εκπληκτικό τρόπο υποδύεται τον "επαγγελματία" πατέρα.
Βασικό συστατικό της επιτυχίας της, επίσης, είναι το γεγονός ότι καταφέρνει να συνδυάσει τη διαφθορά του αστυνομικού σώματος με το στοιχείο του εμπορίου λευκής σαρκός κι αυτό χωρίς να αποτελεί μια ταινία που απευθύνεται στο σινεφίλ κοινό. Η εξέλιξη δε της δράσης σε μια πόλη που φημίζεται για τον έρωτα και τις καλές τέχνες, το Παρίσι, όπως επίσης κι ο χρονικός περιορισμός που δίνεται στον πρωταγωνιστή είναι ακόμα δύο στοιχεία που την κάνουν ενδιαφέρουσα. Το κυριότερο, όμως, στοιχείο είναι ότι μέχρι το τέλος, δεν ξέρεις αν οι κόποι κι η επιμονή αυτού του ανθρώπου θα αποδώσουν καρπούς.
Το έργο, αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για όλους τους λάτρεις των καλών ταινιών δράσης, αλλά και για όλους όσους δεν τρελαίνονται ιδιαίτερα για τέτοιου τύπου ταινίες, αλλά αναζητούν καλές παραγωγές, που ν' αξίζουν το χρόνο που θα διαθέσουν.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια του 2008, σε σενάριο των Luc Besson και Robert Mark Kamen και σκηνοθεσία του Pierre Morel, διάρκειας 93 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Liam Neeson, Olivier Rabourdin, Maggie Grace, Famke Janssen και Arben Bajraktaraj.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

5 Οκτωβρίου 2012

(2012) Η κληρονομιά του Μπορν

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: The Bourne legacy


Η υπόθεση
Το σκάνδαλο που έχει προκαλέσει στην κοινή γνώμη η υπόθεση "Jason Bourne", έχει οδηγήσει στην επανεξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και των σχετικών προγραμμάτων της C.I.A. και του Υπουργείου Αμύνης. Η απόφαση που λαμβάνεται είναι σαφής: Τα προγράμματα θα πρέπει να τερματιστούν κι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ' αυτά να εξολοθρευτούν. Ο Aaron Cross (Jeremy Renner), ένας από τους πράκτορες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα "Επιχείρηση Outcome", βρίσκεται στην Αλάσκα σε εκπαιδευτική αποστολή τη στιγμή που θα αποπειραθούν να τον δολοφονήσουν και καταφέρνει να γλυτώσει στο τελευταίο λεπτό. Η Dr. Marta Shearing (Rachel Weisz), μέλος της ιατρικής ομάδας παρακολούθησης των πρακτόρων, θα γλυτώσει κι αυτή από τη μαζική σφαγή των συναδέλφων της, στο τελευταίο λεπτό. Ο Aaron κι η Marta, θα πρέπει τώρα να συναντηθούν και να συνεργαστούν, αν θέλουν να επιβιώσουν.

Η κριτική
"Η κληρονομιά του Μπορν" αποτελεί την τέταρτη ταινία του Tony Gilroy που πραγματεύεται τον μύθο του Bourne και σαφώς ως μια ταινία κατασκόπων, σεναριακού επιπέδου Bourne, δεν θα μπορούσε να στερείται δράσης, έξυπνων σχεδίων διαφυγής, ταξιδιών, κυνηγητών στην πόλη, πρακτόρων-υπερηρώων, αλλά και φυσικά μιας γυναικείας παρουσίας που θα συνοδεύσει τον νέο ήρωα στο οδοιπορικό του.
Η ταινία θα ξεκινήσει ακριβώς με το ίδιο πλάνο που έγινε η αρχή, με το "Χωρίς ταυτότητα", αλλά και το κλείσιμο, με "Το τελεσίγραφο του Μπορν", κάνοντας από την πρώτη στιγμή κατανοητό ότι μπορεί ο πρωταγωνιστής να είναι διαφορετικό πρόσωπο, αλλά η ταινία είναι αναγκαία συνέχεια των προηγουμένων.
Ο Gilroy και σ' αυτήν του την ταινία θα γυρίσει τον θεατή πίσω στο χρόνο, όπου θα παρακολουθήσει σκηνές από την τρίτη ταινία της σειράς που, θεωρητικά, κινείται παράλληλα με την τέταρτη συνέχεια της. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει με εξαιρετικό τρόπο να συνδυάσει το όνομα του Bourne με την ιστορία του Aaron Cross, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά τον πρώτο, αν και με τον πρωτότυπο χαρακτήρα έχει πολλά κοινά.
Ακριβώς αυτός, όμως, είναι κι ο λόγος που ο Bourne δεν πρόκειται ν' αποκτήσει ποτέ ξανά την δυναμική των πρώτων ταινιών. Μπορεί σαν περιπέτεια δράσης η συγκεκριμένη ταινία, ανεξάρτητα από συγκρίσεις με τις παλαιότερες, να είναι από τις καλύτερες ταινίες του είδους που μπορεί να παρακολουθήσει ο σύγχρονος θεατής, όπως επίσης μπορεί ο Jeremy Renner να ταιριάζει περισσότερο, φυσιογνωμικά, στον κυνηγημένο πράκτορα, αλλά η ταινία, αναγκαστικά, πέφτει στην παγίδα της εξέλιξης κι αναπόφευκτα της σύγκρισης.
Αφενός, σαν ξεχωριστή ταινία κι ως η αρχή μιας σειράς ταινιών με πρωταγωνιστή τον Jeremy Renner είναι αρκετά μπερδεμένη. Στον θεατή, δίνονται μαζεμένες πληροφορίες για διάφορα προγράμματα ("Επιχείρηση Treadstone", "Επιχείρηση Blackbriar", "Επιχείρηση Outcome", "Πρόγραμμα LARX"), για δημοσιογράφους και πράκτορες που απειλούν το Υπουργείο Αμύνης με σκάνδαλα που θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην χώρα, πρόσωπα αναφέρονται και παρουσιάζονται συνέχεια χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη εξήγηση για την ιδιότητα του καθενός και γενικότερα ο νέος θεατής, καλείται να συμμετάσχει σε μια χαοτική κατάσταση που καθιστά απαραίτητη την εκ των προτέρων γνωριμία με τις προηγούμενες ταινίες της σειράς.
Από την άλλη όμως, για όσους έχουν παρακολουθήσει την σειρά των ταινιών με πρωταγωνιστή τον Matt Damon, εδώ θα κληθούν να γνωρίσουν έναν πράκτορα-υπεράνθρωπο, ο οποίος είναι ουσιαστικά ένα μείγμα ανθρώπου κι επιστήμης. Το γεγονός αυτό μπορεί να είναι αρκετό για κάποιους ώστε να θεωρήσουν το χαρακτήρα του Aaron Cross κατώτερο. Για όσους όμως δεν μπουν στη διαδικασία αυτή, πιστεύω ότι κάποιες σκηνές που προσπαθούν να εκπλήξουν τον παλιό θεατή, θα τις βρει αρκετά ψεύτικες, ίσως και κουραστικές, σε σχέση με τις αντίστοιχες του Jason Bourne.
Σε γενικές γραμμές "Η κληρονομιά του Μπορν" είναι μια αντιγραφή των προηγούμενων πετυχημένων ταινιών της σειράς. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι είναι μια φτηνή απομίμηση, γιατί το υπερθέαμα που παρουσιάζει μόνο "φτηνό" δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αλλά δικαιολογεί την μικρότερη ανταπόκριση που θα έχει εισπρακτικά σε σχέση με την αρχική τριλογία. Η συμμετοχή, βέβαια, της Rachel Weisz ανεβάζει τις μετοχές του έργου, αφού ο ρόλος της είναι μακράν ο καλύτερος κι από τις τέσσερις ταινίες.
Όπως είναι αναμενόμενο, φυσικά προτείνεται σε όλους τους θαυμαστές των ταινιών Bourne, αλλά και στους λάτρεις των περιπετειών δράσης, καθώς το μόνο σίγουρο είναι ότι θα περάσουν απολαυστικά τις δυο ώρες που έχει διάρκεια η ταινία, άσχετα από τις συγκρίσεις ή τη σύγχυση που μπορεί να προκληθούν στον καθένα.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2012, εμπνευσμένη από τη σειρά Bourne του Robert Ludlum, σε ιστορία του Tony Gilroy, σενάριο των Tony Gilroy και Dan Gilroy και σκηνοθεσία του Tony Gilroy, διάρκειας 135 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Jeremy Renner, Rachel Weisz, Edward Norton, Joan Allen, Albert Finney και Scott Glenn.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

4 Οκτωβρίου 2012

(2007) Το τελεσίγραφο του Μπορν

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: The Bourne ultimatum


Η υπόθεση
Ο Jason Bourne (Matt Damon), μετά την επιστροφή που αναγκάστηκε να κάνει κι έχοντας ήδη απολογηθεί στην ορφανή κόρη των δυο πρώτων θυμάτων του, θα συνεχίσει να κλείνει έναν-έναν του λογαριασμούς του. Θα ενημερώσει τον αδελφό της Marie (Franka Potente) για τον θάνατό της και θα προσπαθήσει να μάθει όλα όσα τον αφορούν, για να μπορέσει, επιτέλους, να κλείσει μια και καλή το κεφάλαιο "πράκτορας/δολοφόνος της C.I.A." και να ζήσει αυτή την ήρεμη ζωή, που τόσο επιθυμεί.

Η κριτική
"Το τελεσίγραφο του Μπορν" αποτελεί την τρίτη και τελευταία ταινία της τριλογίας του Bourne με πρωταγωνιστή τον Matt Damon. Κατά γενική ομολογία, δε, είναι το αποκορύφωμα ολόκληρης της σειράς, που κλείνει τον κύκλο με θεαματικό τρόπο.
Από το ξεκίνημά της, είναι εμφανές ότι ο στόχος της δεν είναι, απλώς, να τερματίσει την υπόθεση "Bourne", αλλά θέλει παράλληλα να ολοκληρώσει το πορτραίτο του πρώην πράκτορα και να αφήσει στον θεατή/θαυμαστή της σειράς ένα αίσθημα πληρότητας.
Η τρίτη ταινία, όπως βλέπουμε, ξεκινά με μια καταδίωξη που προηγείται της τελευταίας σκηνής της προηγούμενης ταινίας. Ενώ λοιπόν, ο θεατής έχει ακούσει και γνωρίζει το πραγματικό όνομα του Jason Bourne, ο ίδιος ακόμα το αναζητά.
Έτσι, σ' αυτήν την ταινία, η οποία ξεκινά με μια σκηνή δράσης και θα συνεχίσει με την επιτυχημένη συνταγή των πολλών διάσπαρτων σκηνών που ανεβάζουν την αδρεναλίνη, ο θεατής θ' ακολουθήσει τον Bourne, έως ότου καλυφθούν όλα τα κενά που μπορεί να έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του κοινού και συνδέει παράλληλα, με εξαιρετική δεξιοτεχνία, την συγκεκριμένη ταινία με τις δυο προηγούμενές της.
Θα δούμε, ακόμα, την επιστροφή, κατά μια έννοια, στα πετυχημένα στοιχεία της πρώτης ταινίας. Εδώ, εκτός από τις χορογραφημένες σκηνές δράσης που αρκούν για μια πετυχημένη περιπέτεια, θα ξαναβρούμε τον Bourne να καταστρώνει πανέξυπνα σχέδια απόδρασης και παράλληλα θα έχουμε την παρουσία ακόμα μιας γυναίκας που θα βοηθήσει τον πρωταγωνιστή με το σχέδιό του.
Βέβαια, εφόσον η ιστορία συνεχίζεται δεν θα μπορούσαν να λείπουν και κάποια καινούργια στοιχεία που θα την κάνουν ακόμα περισσότερο ενδιαφέρουσα για τον θεατή. Μετά την ύπαρξη της "Επιχείρησης Treadstone", θα μάθουμε για την εξέλιξη του προγράμματος αυτού στην "Επιχείρηση Blackbriar", ένα βελτιωμένο πρόγραμμα που υπόσχεται την πάταξη της τρομοκρατίας. Άλλο ένα καινούργιο στοιχείο, είναι επίσης ο ρόλος του δημοσιογράφου που χώνει τη μύτη του σε ένα σκάνδαλο που μπορεί να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο.
Ο Matt Damon έχοντας πλέον καταξιωθεί ως απόλυτος υπερ-πράκτορας, θα δώσει την τελευταία ερμηνεία του ως Jason Bourne, ολοκληρώνοντας έτσι έναν χαρακτήρα που με το πρόσωπό του γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία. Δυστυχώς βέβαια, η Julia Stiles, χωρίς να είναι κακή στο ρόλο της, σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να αναπληρώσει το κενό που άφησε η Franka Potente στο ρόλο της συμπρωταγωνίστριας. Την κατάσταση όμως για το γυναικείο φύλο σώζει η Joan Allen που ως ενεργή πράκτορας που βρίσκεται ανάμεσα στο καθήκον και το σωστό, καταφέρνει να υποστηρίξει το ρόλο της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Αν έχετε δει τις δυο προηγούμενες ταινίες της σειράς, δεν πρέπει να χάσετε την τελευταία της τριλογίας του Bourne. Αν είστε λάτρης της περιπέτειας και γενικότερα των ταινιών δράσης, τότε η συγκεκριμένη ταινία θα σας αφήσει, αν μη τι άλλο, ικανοποιημένους. Αν πάλι είστε θαυμαστής του Matt Damon θα σας πρότεινα να δείτε ολόκληρη την τριλογία.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη περιπέτεια δράσης του 2007, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Robert Ludlum, προσαρμοσμένο από τον Tony Gilroy, σε σενάριο των Tony Gilroy, Scott Z. Burns και George Nolfi και σκηνοθεσία του Paul Greengrass, διάρκειας 115 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Matt Damon, Julia Stiles, Joan Allen, David Strathairn, Paddy Considine, Scott Glenn και Albert Finney.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes