Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Αυγούστου 2013

(2012) Υψηλή μαγειρική

Πρωτότυπος τίτλος: Les saveurs du palais
Αγγλικός τίτλος: Haute cuisine


Η υπόθεση
Η Hortense Laborie (Catherine Frot) από το Périgord, θα κληθεί μια μέρα ν' αναλάβει τη θέση της μαγείρισσας ενός σημαντικού πολιτικού στελέχους, χωρίς όμως να γνωρίζει περιττές λεπτομέριες, όπως για παράδειγμα το πού θα εργάζεται ή για ποιόν θα πρέπει να μαγειρεύει. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, θα πληροφορηθεί ότι η νέα της δουλειά αφορά την ετοιμασία των προσωπικών γευμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας (Jean d'Ormesson) κι ότι θα εργάζεται εντός του Μεγάρου των Ηλυσίων. Κατά την άφιξή της εκεί, αντί να την ενημερώσουν για τις διατροφικές συνήθειες του Προέδρου, όλοι της αναλύουν τα διάφορα πρωτόκολλα που θα πρέπει ν' ακολουθεί σε καθημερινή βάση. Η Hortense, για δυο συνεχή έτη, θα εργαστεί ως η προσωπική σεφ του Γάλλου Προέδρου, υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες, οι οποίες όσο περνά ο καιρός, θα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο.

Η κριτική
Η "Υψηλή μαγειρική" είναι μια γαστρονομική κι ευχάριστη ταινία, που αποτελεί την αληθινή ιστορία της, επί δυο χρόνια, προσωπικής μαγείρισσας του Γάλλου Προέδρου της Δημοκρατίας, Danièle Delpeuc.
Η ταινία, κινείται σε δυο χρονικά επίπεδα. Στο πρώτο, συναντάμε την Hortense κάπου στην Ανταρκτική να μαγειρεύει για τα μέλη μιας ερευνητικής βάσης, σε μια καντίνα, μετά την εμπειρία της στο Προεδρικό Μέγαρο και καλούμαστε να δούμε τις τελευταίες μέρες της στο μέρος αυτό. Στο δεύτερο, μας γυρίζει τέσσερα χρόνια πίσω, όταν ξεκίνησε να εργάζεται στο Μέγαρο των Ηλυσίων και παρακολουθούμε εν συντομία τα δυο έτη όπου υπηρέτησε ως μαγείρισσα του Γάλλου Πρόεδρου.
Η ιστορία της Hortense, θα ξεκινήσει ν' αναπτύσσεται όταν ένα Αυστραλιανό τηλεοπτικό συνεργείο επισκεφτεί την βάση, για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ κι απορήσει με την παρουσία μιας γυναίκας σ' ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, την οποία μάλιστα, οι άντρες, αποκαλούν "Πρόεδρο". Εξηγώντας λοιπόν, στη δημοσιογράφο τον λόγο που έλαβε η Hortense το παρατσούκλι της, θ' αρχίσει η ταυτόχρονη εξέλιξη της κεντρικής ιστορίας, που δείχνει μια μαγείρισσα μ' ένα πανδοχείο, από την επαρχία, να εισέρχεται στο Προεδρικό Μέγαρο και ν' αναλαμβάνει την πιο περιζήτητη θέση μάγειρα. Ακόμα κι αυτή, όταν της ανακοινώνουν τα καθήκοντά της, εκπλήσσεται και την βλέπουμε να βρίσκεται σε μια εξαιρετικά αμήχανη θέση, καθώς όπως λέει κι η ίδια, δεν ξέρει να φτιάχνει γκουρμέ πιάτα, αλλά μαγειρεύει παραδοσιακά, όπως της έμαθαν η γιαγιά κι η μητέρα της. Όμως, ακριβώς αυτός είναι κι ο λόγος που την θέση δεν ανέλαβε άλλος μάγειρας, αλλά εκείνη.
Το γεγονός ότι ο τρόπος που μαγειρεύει, βασίζεται στα παραδοσιακά γαλλικά υλικά που ανέδειξαν την εθνική κουζίνα σε μια διεθνώς αναγνωρισμένη κουζίνα υψηλής μαγειρικής σε συνδυασμό με το πάντρεμα των γεύσεων που έχουν τα φαγητά της, το οποίο δεν αποσκοπεί σε κάποια πρωτοτυπία, αλλά στην εξιδανικευμένη εναρμόνιση της γεύσης των πιάτων της, είναι κι ο λόγος που επελέχθη από τον ίδιο τον Πρόεδρο. Όπως μαθαίνουμε στην πορεία από μια εξομολόγηση του Προέδρου στην Hortense, η μαγειρική ήταν πάντοτε το πάθος του κι ο τρόπος που αντιμετωπίζει το φαγητό εκείνη του φέρνει στο μυαλό τις μέρες που ήτανε παιδί.
Δείχνοντας λοιπόν, μια σαφή ανάγκη επιστροφής στις ρίζες της γαλλικής κουζίνας, στον θεατή προβάλλονται εικόνες από μια κουζίνα πιο εκλεπτυσμένη, όχι όμως εφάμιλλη αυτής των ακριβών εστιατορίων που δεν σου ανοίγουν ούτε στο ελάχιστο την όρεξη. Τα πιάτα της Hortense, μοιάζουν πολύ μ' αυτά ενός προσεγμένου σπιτικού γιορτινού γεύματος, που σε κάνουν να θες να δοκιμάσεις απ' όλα.
Η αγάπη για το φαγητό είναι διάχυτη σ' όλη την ταινία. Αυτός είναι, για την πρωταγωνίστρια, ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους, αλλά δυστυχώς για 'κείνη, ο Πρόεδρος, αν και δείχνει όλη την καλή διάθεση να μιλάει μαζί της ώρες ατελείωτες, σπάνια απαντά, λόγω των υπολοίπων υποχρεώσεών του, στα γευστικά της μηνύματα. Έτσι, η μαγείρισσα, έχει μονίμως μια αβεβαιότητα και ένα κλίμα ζήλιας, από τους μάγειρες της κεντρικής κουζίνας, ν' αντιμετωπίσει. Όταν λοιπόν, κάποια στιγμή, ο προσωπικός γιατρός του Προέδρου της επιβάλλει μεγαλύτερη τυπικότητα και μηδενική δυνατότητα δημιουργίας κι ο λογιστής του Μεγάρου περικοπές, που επηρεάζουν την ποιότητα των φαγητών της, παραιτείται. Και ποιό είναι άλλωστε το νόημα να παραμείνεις σε μια δημιουργική δουλειά που σου στερεί τον προσωπικό σου τρόπο έκφρασης;
Η "Υψηλή κουζίνα" είναι μια πολύ όμορφη, γαστρονομική ταινία. Προτείνεται στους λάτρεις του γαλλικού σινεμά, αλλά και σ' όσους θέλουν με μια ανάλαφρη ταινία, να περάσουν ευχάριστα κάποιες ώρες και να δουν εκ των έσω τα μυστικά μιας από τις μεγαλύτερες διεθνείς κουζίνες.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Γαλλική βιογραφική κομεντί του 2012, βασισμένη στην ιστορία της Danièle Mazet-Delpeuch, σε σενάριο των Etienne Comar και Christian Vincent και σκηνοθεσία του Christian Vincent, διάρκειας 95 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Catherine Frot, Arthur Dupont και Jean d'Ormesson.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

20 Μαρτίου 2013

(2012) Passion

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Passion


Η υπόθεση
H Christine (Rachel McAdams) κι η Isabelle (Noomi Rapace) είναι δυο γοητευτικές γυναίκες που δουλεύουν ως ομάδα σε μια μεγάλη πολυεθνική. Όταν η Isabelle κάνει το λάθος να συνάψει σχέση με κάποιον εραστή της Christine κι η Christine εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να μετακομίσει στα κεντρικά γραφεία της Νέας Υόρκης, σφετερίζεται μια ιδέα της Isabelle, τότε θ' αρχίσει να ξετυλίγεται ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας, παράνοιας, εξάρτησης κι ισχύος το οποίο μόνο με θάνατο μπορεί να λήξει.

Η κριτική
Το "Passion" αποτελεί το πολλά υποσχόμενο remake ενός σχετικά άνευρου, ενδιαφέροντος όμως από μια πλευρά, γαλλικού δραματικού θρίλερ ονόματι "Η αντίζηλος". Η ιστορία του, όπως και στο πρωτότυπο έργο του 2010, εξελίσσεται στον επιχειρηματικό κόσμο, με μόνη διαφορά των δυο εκδοχών, τον τρόπο προσέγγισης της πανομοιότυπης θεματικής τους.
Είναι αλήθεια πως στην πρωτότυπη ταινία, ως τη στιγμή του φόνου, ο σκηνοθέτης της αναλώνεται σε μια άτονη παρουσίαση της ευγενούς σφαγής που χαρακτηρίζει τον χώρο των πολυεθνικών. Από τη στιγμή όμως που πραγματοποιείται η δολοφονία, το έργο αμέσως αρχίζει ν' αποκτά ενδιαφέρον, καθώς ο θεατής από την αρχή γνωρίζει το πρόσωπο του δολοφόνου και καλείται να συμμετάσχει σ' ένα παιχνίδι αποδείξεων που θα καταδικάσουν ή θα αθωώσουν τον/την κατηγορούμενο/η από το έγκλημα.
Σ' αυτή την εκδοχή του De Palma όμως, ο οποίος αξίζει να πούμε ότι, παρά τα διαμάντια που έχει χαρίσει στον κινηματογραφικό χώρο στην διάρκεια της καριέρας του, μοιάζει να έχει χάσει την έμπνευσή του, γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστεί μια πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Κι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να το πετύχει, είναι μέσω της ανάδειξης του υπολανθάνοντος ερωτικού στοιχείου της αρχικής.
Εστιάζοντας στην άκρατη σεξουαλικότητα της Christine, που την βοηθά ν' ανέλθει επαγγελματικά, αλλά και στην σχέση εξάρτησης που καταφέρνει να δημιουργήσει αυτή με την Isabelle, ο De Palma, καταφέρνει μεν αντί για ένα άνευρο, αληθοφανές πάρ' αυτά, πρώτο μέρος να παρουσιάσει μια πιο ενδιαφέρουσα ιστορία που βρίθει από ψεύτικα ερωτικά φετίχ, καταλήγει όμως να μπλεχτεί μέσα στα ίδια του τα δίχτυα, αφού κατά τη διάρκεια του δεύτερου μέρους, αρνείται να αποτινάξει αυτήν την υπερβολή και παράλληλα εστιάζει στην εύρεση του προσώπου που διέπραξε το έγκλημα, χάνοντας το γενικότερο νόημα.
Το χειρότερο όλων όμως, είναι το εναλλακτικό τέλος που επιλέγει να δώσει στην δική του εκδοχή ο Αμερικάνος δημιουργός. Στην προσπάθειά του προφανώς, να καλύψει τις σεναριακές τρύπες που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, καταλήγει να κάνει έναν επίλογο στον οποίο χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Δεν λέω, από καλλιτεχνικής απόψεως εκεί είναι που αποδίδεται εντονότερα η αίσθηση του νουάρ, όμως με αυτό το κλείσιμο ακόμα και τα ελάχιστα θετικά στοιχεία αυτού του φιλμ, γκρεμίζονται μέσα σε μερικά λεπτά κι είναι κρίμα να συμβαίνει αυτό όταν την σκηνοθεσία υπογράφει ένας καλλιτέχνης του ύψους του De Palma.
Εν συντομία λοιπόν, αν ανήκετε στους θαυμαστές του Brian De Palma, θα σας συνιστούσα να ρίξετε τις απαιτήσεις σας και να μην περιμένετε μια ταινία που θα σας ενθουσιάσει.

Βαθμολογία: 1/5

Τα σχετικά
Γαλλικό θρίλερ του 2012, βασισμένο σε ταινία των Natalie Carter και Alain Corneau, σε σενάριο των Brian De Palma και Natalie Carter και σκηνοθεσία του Brian De Palma, διάρκειας 100 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Rachel McAdams, Noomi Rapace, Karoline Herfurth, Paul Anderson, Rainer Bock και Ian T. Dickinson.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

19 Μαρτίου 2013

(2010) Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός

Πρωτότυπος τίτλος: Robert Mitchum est mort
Αγγλικός τίτλος: Robert Mitchum is dead


Η υπόθεση
Ο Franky Pastor (Pablo Nicomedes), ένας άσημος Γάλλος ηθοποιός, ακολουθεί τον μάνατζέρ του Arsène (Olivier Gourmet), έναν τρελό μεσήλικα που ζει με τους κανόνες της rock & roll μουσικής, σ' ένα road trip με προορισμό κάποιο φεστιβάλ στον Αρκτικό Κύκλο. Εκεί θα παρευρίσκεται ένας διάσημος σκηνοθέτης, ο οποίος αποτελεί ίσως, την μοναδική ευκαιρία των δυο ανδρών να γίνουν διάσημοι, καθώς είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει στον Franky την ευκαιρία να συμμετάσχει σε μια αμερικάνικη ταινία.

Η κριτική
"Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός" είναι μια αρκετά ιδιόμορφη ταινία που παρακολουθεί την πορεία προς το "άγνωστο" που πραγματοποιούν οι δυο διαταραγμένοι, ο καθένας μ' έναν δικό του μοναδικό τρόπο, ήρωες τις ιστορίας.
Από την μια ως κεντρικό ήρωα γνωρίζουμε τον αγαθό κι ευκολόπιστο ηθοποιό Franky Pastor, δημιούργημα του ατζέντη του Arsène, που δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και που παράλληλα μπορεί να κοιμηθεί μονάχα με την βοήθεια υπνωτικών χαπιών. Από την άλλη, ο δεύτερος ήρωας, ο μάνατζερ του Franky, είναι ένας αγράμματος αποτυχημένος μεσήλικας, που έχει εναποθέσει όλες του τις ελπίδες στο ταλέντο που πιστεύει ότι διαθέτει ο Franky κι ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, φυλά σαν κόρη οφθαλμού μια βαλίτσα που, όπως ο ίδιος αναφέρει, περιέχει τα μυστικά του σύμπαντος.
Στην πορεία του ιδιόρρυθμου αυτού rock & roll ταξιδιού, που ξεκινά με την πώληση μιας κιθάρας και την κλοπή ενός αμαξιού, θα κάνουν την εμφάνισή τους κι άλλοι εξίσου παράξενοι χαρακτήρες, οι οποίοι θα συμπορευτούν για λίγο ή και για πολύ, μαζί με το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Έτσι λοιπόν στην περιπέτειά τους θα τους συνοδέψει ένας Αφροαμερικανός μουσικός που αναζητά ένα καλύτερο μέλλον και μοιάζει να είναι μοιραίο οι τρεις τους να συναντηθούν, μια Πολωνή φοιτήτρια σχολής κινηματογράφου που θα ερωτευτεί τον Franky και μαζί με όλη την υπόλοιπη σχολή θα τον βοηθήσουν να γυρίσει ένα δοκιμαστικό βίντεο και τέλος, μια αιθέρια ύπαρξη που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί "μοιραία γυναίκα" κι η οποία θα είναι κι ο τελευταίος άνθρωπος που θα βοηθήσει ουσιαστικά τους πρωταγωνιστές να πλησιάσουν στον στόχο τους.
Δίνοντας την αίσθηση μιας ταινίας που αποτελεί περισσότερο έναν φόρο τιμής σ' ένα σινεμά παλαιότερων εποχών, όχι όμως κάποιου συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους, το "Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός" μέσω μιας rock & roll διάθεσης, καταφέρνει να κάνει αναφορές στο φιλμ νουάρ, στο western, στις ταινίες του David Lynch, στις ταινίες δρόμου, στα B-movies, κ.α..
Η φωτογραφία της ταινίας δε, αλλά κι οι ερμηνείες των ηθοποιών μοιάζουν όντως να είναι βγαλμένες από άλλη εποχή, συμβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην δημιουργία μιας συγκεκριμένης αισθητικής. Η όλη διαδρομή των δυο ηρώων όμως, είναι αρκετά αργόσυρτη και κουραστική και νόημα μοιάζει ν' αποκτά μονάχα στο τέλος, όταν επιτέλους ο Franky κι ο Arsène καταφέρνουν να εντοπίσουν και να συναντήσουν τον πολυπόθητο Sarrineff (Nils Utsi).
Με την επιλογή έτσι μιας αργής εξέλιξης της πλοκής, οι Olivier Babinet και Fred Kihn έχουν δημιουργήσει ένα καθαρά σινεφίλ road trip movie, που απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους νοσταλγούς ενός παλαιότερου κι ίσως αυθεντικότερου τρόπου κινηματογράφησης και διαβίωσης.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2010, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Olivier Babinet και Fred Kihn, διάρκειας 91 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Pablo Nicomedes, Olivier Gourmet, Bakary Sangaré, Ewelina Walendziak, Wojciech Pszoniak, Danuta Stenka και Nils Utsi.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

19 Ιανουαρίου 2013

(2012) Το κεφάλαιο

Πρωτότυπος τίτλος: Le capital
Αγγλικός τίτλος: Capital


Η υπόθεση
Ο Marc Tourneuil (Gad Elmaleh) είναι ένας νέος και πολύ φιλόδοξος τραπεζίτης, που μετά από την αποκάλυψη ενός σοβαρού προβλήματος υγείας του προέδρου της Phenix, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, ορίζεται διάδοχός του. Το μικρό της ηλικίας του, αλλά κι η κατοχή της πολυπόθητης προεδρικής καρέκλας, εγείρουν πολλές αντιδράσεις, κυρίως από τους γηραιότερους σε ηλικία συναδέλφους του. Ο Marc, όμως, είναι αποφασισμένος να μην επιτρέψει σε κανέναν να τον ρίξει από τον θρόνο του, συμπεριλαμβανομένων όσων τον φθονούν ή των θεωρούν ένα απλό πιόνι. Έτσι, λοιπόν, παίζει το παιχνίδι των μεγάλων συμφερόντων, θέτοντας τους δικούς του ακραίους και κερδοφόρους κανόνες, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί το χρόνο που του έχει δοθεί προς δικό του όφελος.

Η κριτική
"Το κεφάλαιο" είναι ένα δράμα που ως στόχο έχει να παρουσιάσει στον θεατή της, εντελώς απογυμνωμένη, την αλήθεια γύρω από τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα, στην πράξη. Ο Κώστας Γαβράς, εκλαϊκευμένα, γυρίζει μια ταινία για ένα παγκόσμιο "παιχνίδι" ενηλίκων, στο οποίο έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν μόνο οι κεφαλαιοκράτες και που ως στόχο έχει να φτωχύνουν κι άλλο οι φτωχοί, πλουτίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τους πλούσιους.
Ως κεντρικό πρωταγωνιστή του, λοιπόν, ο Γαβράς, χρησιμοποιεί έναν νεαρό άντρα, ο οποίος δεν δείχνει να έχει κανένα ενδοιασμό να πατήσει επί πτωμάτων, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του ιδίου και της τράπεζας που εκπροσωπεί. Όντας λοιπόν, υπερβολικά φιλόδοξος, αλλά κι αλαζόνας, ο Marc Tourneuil, με το που αναλαμβάνει την θέση του προέδρου, γνωρίζει πολύ καλά ότι τρέχει ενάντια στον χρόνο και σκοπεύει να κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι του προκειμένου να μην επιτρέψει σε κανέναν να τον υποτιμήσει.
Γι' αυτόν το λόγο λοιπόν, αναλαμβάνοντας την θέση του προέδρου, το πρώτο πράγμα που τον βλέπουμε να κάνει, είναι να διεκδικεί τον σεβασμό των γύρω του, προβάλλοντας την ανωτερότητά του, ως πρόεδρος, και καθιστώντας σαφές ότι δεν έχει αναλάβει το αξίωμα αυτό για να ζεστάνει την καρέκλα κάποιου άλλου. Έτσι, τον βλέπουμε να συμπεριφέρεται αλαζονικά κυρίως στους, μέχρι πρότινος, προϊσταμένους του και να χειρίζεται πολύ ευρηματικά τις υποχρεωτικές απολύσεις που πρέπει να γίνουν στον όμιλο στ' όνομα της "εξυγίανσής" του.
Αντί λοιπόν ν' αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη και το χρέος της οποιασδήποτε απόλυσης, οδηγεί με μια υπέροχη δικαιολογία, αυτή της δημιουργίας ενός φιλικού κι οικογενειακού περιβάλλοντος, όλους τους χαμηλά ιστάμενούς τους, να προδώσουν τα υπερβολικά φιλόδοξα στελέχη του ομίλου, τα οποία αποτελούν απειλή για τον ίδιο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό κλίμα γύρω απ' τ' όνομά του, αλλά και να ξεφορτωθεί τον οποιονδήποτε δείχνει δείγματα εξουσίας, ευνουχίζοντας φυσικά και όλους τους εν δυνάμει εχθρούς του.
Στους κεφαλαιοκράτες, όμως, και τους μετόχους δεν είναι σε θέση να επιβληθεί και γι' αυτόν το λόγο, τους επιτρέπει να τον χειραγωγήσουν, προσπαθώντας όμως παράλληλα να προβλέψει τι γεννά η στήριξη που του προσφέρουν. Παίζοντας λοιπόν, με τη σειρά του, στο δικό τους παιχνίδι, με τους δικούς τους κανόνες, θα αποπειραθεί να κερδίσει τους μεγαλύτερους των μεγαλυτέρων, θυσιάζοντας τα πάντα στο βωμό της εξουσίας.
Ποιός είναι ο λόγος λοιπόν που ένας τέτοιος άντρας κεντρίζει το ενδιαφέρον του θεατή; Πολύ απλά γιατί αυτός ο καπιταλιστής τραπεζίτης θα μπορούσε να είναι ο καθένας από 'μας. Ο Tourneuil, όπως καταλαβαίνουμε από τα διάφορα συμφραζόμενα, είναι απλώς ένας ιδιαίτερα φιλόδοξος άντρας που δεν δέχεται ν' αφήσει τον κόσμο να τον πατήσει κάτω σαν σκουλήκι. Έτσι, κατανοεί από μικρός τον νόμο της επιβίωσης του ισχυρότερου και παρά την απέχθεια που δημιουργεί στον κοινό θεατή ο χαρακτήρας αυτός, ο σκηνοθέτης επιτυγχάνει την ταύτιση, παρουσιάζοντας τις ενδόμυχες κι ανθρώπινες σκέψεις, τις οποίες φυσικά καταπνίγει πάντοτε, ενός ανθρώπου που δεν έχει διαβρωθεί πλήρως από το τραπεζικό σύστημα.
Τέλος, οι γυναίκες που συναντάμε κατά την διάρκεια της ταινίας, παίζουν έναν περισσότερο συμβολικό ρόλο, εξυπηρετώντας στην καλύτερη κατανόηση των νοημάτων της. Η σύζυγος του Marc, παρουσιάζεται ως μια απλή γυναίκα, εκφράζοντας την μεσοαστική τάξη, από την οποία προέρχεται κι ο πρωταγωνιστής και την οποία εναγωνίως προσπαθεί ν' αφήσει πίσω του. Από την άλλη, η ύπαρξη ενός μοντέλου με το οποίο φλερτάρει ο πρωταγωνιστής, αλλά συνεχώς ξεγλιστρά μέσα απ' τα χέρια του, θα μπορούσε να συμβολίζει το άπιαστο όνειρο, με την οποιαδήποτε μορφή θα μπορούσε να λάβει αυτό. Τέλος, η τρίτη γυναίκα που εισβάλει στην ζωή του Marc, η Maud Baron (Céline Sallette), αποτελεί για εκείνον ένα πρότυπο, το οποίο παρά την δύναμη που ασκεί πάνω του, αποφεύγει να υιοθετήσει για τον εαυτό του, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με τα προσωπικά του "θέλω".
Με άλλα λόγια, αν σας αρέσουν τα έργα που βρίσκονται στα όρια του δράματος και του οικονομικού θρίλερ, θα σας συνιστούσα να προτιμήστε "Το κεφάλαιο", καθώς σ' αυτό, παρουσιάζεται με απόλυτη ειλικρίνεια κι εξαιρετική απλότητα η υπάρχουσα κατάσταση, από την πλευρά αυτών που κινούν τα νήματα.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δραματικό θρίλερ του 2012, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Stéphane Osmont, σε σενάριο των Karim Boukercha, Κώστα Γαβρά και Jean-Claude Grumberg και σκηνοθεσία του Κώστα Γαβρά, διάρκειας 114 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Gad Elmaleh, Natacha Régnier, Liya Kebede, Céline Sallette, και Gabriel Byrne.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

31 Δεκεμβρίου 2012

(2012) Ανάμεσα σε δυο κόσμους

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Upside down


Η υπόθεση
Σε κάποιο άλλο σύμπαν, υπάρχουν δυο δίδυμοι πλανήτες, που περιστρέφονται μαζί γύρω από τον ήλιο, όμως ο καθένας έχει την δική του βαρύτητα και τους δικούς του φυσικούς νόμους που κάνουν αδύνατη τη συνύπαρξη των κατοίκων τους. Όπως και στον δικό μας πλανήτη, έτσι κι εδώ, οι πολίτες των δυο αυτών κόσμων χωρίζονται στους εύπορους επάνω και στους άπορους κάτω. Δυο νέοι όμως, ο Adam (Jim Sturgess) κι η Eden (Kirsten Dunst), που κατοικούν ο ένας στον επάνω κι ο άλλος στον κάτω κόσμο, θα ερωτευτούν και στην προσπάθειά τους να είναι μαζί, ίσως καταφέρουν ν' ανατρέψουν τους νόμους της φύσης.

Η κριτική
Το "Ανάμεσα σε δυο κόσμους", με δυο λόγια, είναι ένα γλυκανάλατο ρομάντζο επιστημονικής φαντασίας που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μόνο και μόνο, γιατί μπορεί να είναι η πρώτη μιας σειράς ταινιών ανάλογης θεματολογίας. Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι πλούσια σε οπτικά εφέ, που είναι και το μόνο πράγμα που αξίζει στο σύνολό της, υστερεί όμως, σε όλα τα υπόλοιπα. Βέβαια, ποτέ δεν αποκλείεται, άλλοι δημιουργοί να εμπνευστούν από τη συγκεκριμένη ιδέα και να αποπειραθούν με τη σειρά τους να γυρίσουν κάτι αρτιότερο.
Η ταινία παρουσιάζει, μ' έναν διαφορετικό τρόπο, την χιλιοειπωμένη ιστορία ενός φτωχού, πλην έξυπνου, ταλαντούχου και πολλά υποσχόμενου νέου και μιας ευκατάστατης κοπέλας. Εφόσον βέβαια, τη σήμερον ημέρα, οι κοινωνικές δομές έχουν αλλάξει και δεν είναι πλέον απαγορευμένη η σύζευξη δυο ανθρώπων από διαφορετικές τάξεις, στο παιχνίδι, θα μπουν οι νόμοι της φυσικής, τους οποίους είναι αδύνατον να τους προσπεράσει κανείς με ευκολία, αλλά η ταινία προσπαθεί να αποδείξει ότι στον βωμό του έρωτα τα πάντα είναι εφικτά.
Η προβληματική της συγκεκριμένης ταινίας, όμως, είναι ότι προσπαθεί να γίνει αρεστή στο ευρύ κοινό, πράγμα αδύνατον, καταστρέφοντας, έτσι, και τις λίγες πιθανότητες που μπορεί να είχε να πιάσει, έστω, κάποιους από τους κινηματογραφικούς θεατές. Και τι εννοώ μ' αυτό: Μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας, δηλαδή στο αντρικό κοινό. Ένα γλυκανάλατο ρομάντζο, απευθύνεται κατά κύριο λόγο στο γυναικείο φύλο κι όσο πιο γλυκανάλατο είναι τόσο μειώνεται και το ηλικιακό όριο της πλειοψηφίας του κοινού που θα την προτιμήσει. Όταν λοιπόν, ένας σκηνοθέτης αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας με κεντρικό θέμα μια άκρως γλυκανάλατη ρομαντική ιστορία, αντί μιας συνοδευτικής ιστορίας αγάπης, είναι αυτονόητο ότι το αποτέλεσμα είναι καταδικασμένο ν' αποτύχει παταγωδώς, μειώνοντας κατά πολύ το κοινό στ' οποίο απευθύνεται.
Ωστόσο για τους φανατικούς θαυμαστές της επιστημονικής φαντασίας η ταινία δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα, καθώς ο νεαρός πρωταγωνιστής, προκειμένου να βρει τρόπο να συνυπάρξει με την αγαπημένη του, κάνει τ' αδύνατα-δυνατά και αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολυμήχανος. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο της ταινίας, επίσης, είναι οι πολλά υποσχόμενοι Kirsten Dunst και Jim Sturgess, οι οποίοι για το είδος της ταινίας, αποδεικνύονται κάτι παραπάνω από ικανοποιητικοί.
Έχοντας στην θέση του συγγραφέα και σκηνοθέτη τον, σχετικά νέο, Juan Diego Solanas, θα έλεγα ότι τα οπτικά εφέ υπερκαλύπτουν την σκηνοθετική και σεναριακή απειρία του δημιουργού της. Από πλευράς φωτογραφίας, επίσης, έχει αρκετό ενδιαφέρον, καθώς υπάρχει πλήρης αντίθεση στην απεικόνιση των δυο κόσμων κι η μουσική της επένδυση είναι αδιάφορη.
Εν ολίγοις, η ταινία προτείνεται κυρίως σε νεαρά άτομα που προτιμούν τις ιστορίες αγάπης που έχουν τη δυνατότητα να νικήσουν τα πάντα, όπως επίσης και σε όσους έλκονται απ' οτιδήποτε καινούργιο μπορεί να αφορά στην επιστημονική φαντασία. Για τους υπόλοιπους, είναι χαμένος χρόνος. Αλλά επειδή με τέτοιου είδους ταινίες, ποτέ δεν ξέρεις, πιστεύω ότι από το trailer της, μπορεί κάποιος εύκολα να καταλάβει αν υπάρχει περίπτωση να του αρέσει ή όχι.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Καναδικο-Γαλλική ρομαντική ταινία, επιστημονικής φαντασίας, του 2012, σε σενάριο των Santiago Amigorena και Juan Diego Solanas και σκηνοθεσία του Juan Diego Solanas, διάρκειας 107 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Kirsten Dunst και Jim Sturgess.

Οι σύνδεσμοι

(2012) Ο άνθρωπος που γελά

Πρωτότυπος τίτλος: L' homme qui rit
Αγγλικός τίτλος: The man who laughs


Η υπόθεση
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, ο Gwynplaine (Marc-André Grondin), ένα αγόρι με παραμορφωμένο πρόσωπο, θα βρεθεί να περιπλανιέται μέσα στην παγωνιά του χειμώνα και θα σώσει, από βέβαιο θάνατο, ένα μωρό που έχει τυφλωθεί από το ψύχος, την Déa (Christa Theret). Στα δυο παιδιά θα δώσει στέγη ένας περιπλανώμενος σαλτιμπάγκος, ο Ursus (Gérard Depardieu), και με τα χρόνια, οι τρεις τους, θα γνωρίσουν τεράστια επιτυχία με τον θίασο του διάσημου "Ανθρώπου που γελά", δηλαδή του Gwynplaine. Ο Gwynplaine κι η Déa, έχοντας φτάσει σε ηλικία γάμου, ερωτεύονται. Όμως τον παραμορφωμένο νεαρό, θα βρουν τιμές κι αξιώματα, που θα του δώσουν την ευκαιρία να μιλήσει ενώπιον του κοινοβουλίου για την ζωή στις λαϊκές τάξεις, αλλά παράλληλα θα του στερήσουν την πραγματική του οικογένεια, τον Ursus και την Déa.

Η κριτική
Η νέα ταινία του Jean-Pierre Améris, αποτελεί την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Victor Hugo, με πρωταγωνιστή έναν παραμορφωμένο νέο που αποκτά την ευκαιρία να μιλήσει στους ηγέτες για τις συνθήκες διαβίωσης του λαού.
Το λογοτεχνικό κείμενο του Hugo, τοποθετείται στο Λονδίνο του 18ου αιώνα, χωρίς όμως η πρόθεση του συγγραφέα να περιορίζει την κριτική, στον τρόπο άσκησης της εξουσίας στο Βρετανικό βασίλειο και μόνο. Γι' αυτόν τον λόγο, στην συγκεκριμένη κινηματογραφική μεταφορά, η τοποθέτηση του έργου, αφήνει να εννοηθεί μια οικουμενική κριτική στην εξουσία, καθώς, αν προσπεράσει κάποιος τα κοστούμια εποχής, έχει την αίσθηση ότι ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας, αναφέρεται τόσο στην δική του, όσο και στην δική μας εποχή.
Έχοντας λοιπόν, απέναντί του ένα διαχρονικό κι άκρως επίκαιρο λογοτεχνικό έργο, ο Améris, επιχειρεί ν' αποδώσει την εποχή στην οποία αναφέρεται ο Hugo, με μεγάλο ρεαλισμό και βασίζεται αρκετά στην μουσική και την φωτογραφία, της ταινίας του, για να διεγείρει τις αισθήσεις του θεατή, κάνοντάς τον να βιώσει εντονότερα, την δραματική ιστορία του νεαρού Gwynplaine.
Ο πρωταγωνιστής, σε πολύ μικρή ηλικία θ' απαχθεί από το σπίτι του κι από τότε θα φέρει στο πρόσωπό του τα σημάδια της εκδίκησης του βασιλιά. Καταδικασμένος να έχει στην έκφρασή του, χαραγμένο, ένα μόνιμο χαμόγελο, θα ζήσει μια μίζερη, αλλά γεμάτη ζωή, ως μέλος ενός περιφερόμενου θιάσου. Η ιστορία του τερατόμορφου αυτού ανθρώπου, έρχεται σε αντιδιαστολή με την γεμάτη πλούτη κι υποκρισία ζωή που του επιφύλασσε η μοίρα να χάσει. Όταν ο Gwynplaine, αρχίσει να συναναστρέφεται με τους άρχοντες, τότε θ' αποκαλυφθεί η πραγματική ασχήμια της ανθρωπότητας, αλλά κι η ομορφιά του νεαρού άντρα.
Εκτός του Gwynplaine, βέβαια, κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου έχουν συμβολικό ρόλο. Η Déa, όντας τυφλή, αντιλαμβάνεται την ομορφιά του Gwynplaine με τα μάτια της ψυχής, ο Ursus, το όνομα του οποίου στα λατινικά σημαίνει "αρκούδα", έχει για συντροφιά έναν λύκο που ακούει στ' όνομα Homo, δηλαδή "άνθρωπος" κι η δούκισσα Josiane (Emmanuelle Seigner) δεν διστάζει να εκφράσει με λόγια την λατρεία της Αυλής στην ασχήμια του κόσμου.
Ακόμα, αξίζει ν' αναφέρουμε ότι ο χαρακτήρας του Joker, στον Batman, είναι εμπνευσμένος από τον χαρακτήρα του Gwynplaine του Hugo. Στην συγκεκριμένη απόδοση, δε, παρατηρούμε μια εξαίσια ομοιότητα του Joker του Christopher Nolan, με τον Gwynplaine του Jean-Pierre Améris, κάτι που σίγουρα δεν περνά απαρατήρητο.
Η αλήθεια είναι ότι η πλειοψηφία των ευσήμων, θα έπρεπε να δοθεί στον Victor Hugo, για την καταπληκτική και διαχρονική απεικόνιση της λειτουργίας της κοινωνίας. Όμως, οι συντελεστές του "Ανθρώπου που γελά", έχουν καταφέρει ν' αποδώσουν με μεγάλο ρεαλισμό το λογοτεχνικό κείμενο του σπουδαίου Γάλλου συγγραφέα. Ο Gérard Depardieu, ο Marc-André Grondin, η Christa Theret κι η Emmanuelle Seigner, επίσης, είναι υπέροχοι, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες της ιστορίας, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Με λίγα λόγια, προτείνεται σε όλους όσους ψάχνουν ένα κλασικό και προσεγμένο έργο εποχής, που μπορεί να τους προσφέρει μιάμιση ώρα κινηματογραφικής απόλαυσης, δίνοντάς τους παράλληλα την δυνατότητα να προβληματιστούν.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2012, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Victor Hugo, σε σενάριο των Jean-Pierre Améris και Guillaume Laurant και σκηνοθεσία του Jean-Pierre Améris, διάρκειας 95 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Marc-André Grondin, Gérard Depardieu, Christa Theret και Emmanuelle Seigner.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

27 Δεκεμβρίου 2012

(2012) Η ωραία κοιμωμένη

Πρωτότυπος τίτλος: Bella addormentata
Αγγλικός τίτλος: Dormant beauty


Η υπόθεση
Η επικείμενη ευθανασία της Eluana Englaro συγκλονίζει την Ιταλία του 2009. Κατά την διάρκεια των τελευταίων επτά ημερών της στην ζωή, εξελίσσονται τρεις, φαινομενικά, ασύνδετες ιστορίες, με πρωταγωνιστές ανθρώπους που έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις για την ζωή και τον θάνατο. Η κόρη ενός γερουσιαστή, που θέλει να καταψηφίσει τον νόμο για την απαγόρευση της ευθανασίας, διαδηλώνει, έξω από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται η Eluana, για τα δικαιώματα της νεαρής κοπέλας να παραμείνει στην ζωή. Η κόρη μιας πολύ μεγάλης ηθοποιού βρίσκεται σε κώμα και διατηρείται στην ζωή με μηχανική υποστήριξη. Τέλος, μια ναρκομανής επιχειρεί ν' αυτοκτονήσει έξω από ένα νοσοκομείο, όμως ένας από τους γιατρούς που εργάζονται εκεί, αρνείται να την αφήσει να πεθάνει.

Η κριτική
"Η ωραία κοιμωμένη" του Marco Bellocchio, δεν έχει καμία σχέση με την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού. Αντίθετα, ο τίτλος της αναφέρεται στην πραγματική ιστορία της Eluana Englaro, μιας Ιταλίδας που βρισκόταν επί 17 ολόκληρα χρόνια σε κώμα, μέχρι την στιγμή που το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε στον πατέρα της ν' απαλλάξει την κόρη του από το μαρτύριό της. Έτσι, νωρίς το βράδυ της 9ης Φεβρουαρίου του 2009, την ίδια ώρα που στο ιταλικό κοινοβούλιο ψηφιζόταν το νομοσχέδιο που θα καταργούσε το δικαίωμα της ευθανασίας στο ανθρώπινο είδος, η κοπέλα απεβίωσε. Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, ως σημείο αναφοράς μια πραγματική ιστορία, που συγκλόνισε την Ιταλία, αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη, ο Bellocchio, δημιουργεί ένα έργο που παρουσιάζει τρεις διαφορετικές απόψεις για την ζωή και τον θάνατο.
Η αλήθεια είναι ότι με το θέμα της ευθανασίας έχουν ασχοληθεί, πριν τον Bellocchio, κι άλλοι κινηματογραφιστές, έχοντας δώσει στον κινηματογράφο ταινίες που δύσκολα τις ξεπερνά κανείς. Όμως, είναι η πρώτη φορά που κάποιος σκηνοθέτης αποπειράται να χρησιμοποιήσει ένα πραγματικό περιστατικό ως βάση της ιστορίας του, της οποίας κεντρικός άξονας δεν είναι η ευθανασία καθεαυτή, αλλά ένας διάλογος ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.
Σε πρώτο πλάνο, έχουμε την πλασματική ιστορία ενός γερουσιαστή, του Uliano Beffardi  (Toni Servillo), ο οποίος, έχοντας βρεθεί σε ανάλογη θέση με αυτή του πατέρα της Eluana, προτίθεται να διακινδυνέψει τη θέση του στο ιταλικό κοινοβούλιο, καταψηφίζοντας τον νόμο περί κατάργησης της ευθανασίας. Στον αντίποδα του δικού του δράματος, όμως, συναντάμε την κόρη του, Maria (Alba Rohrwacher), η οποία, έχοντας εκλάβει πολύ διαφορετικά, απ' τον πατέρα της, τον θάνατο της μητέρας της, διαδηλώνει ενάντια στην απόφαση της οικογένειας Englaro. Στη ζωή της Maria, όμως, θα μπει ο Roberto (Michele Riondino), ένας νεαρός που πιθανώς να την κάνει να καταλάβει την θέση του πατέρα της απέναντι στην οικογενειακή τους απώλεια.
Σε δεύτερο πλάνο, θα δούμε να εξελίσσεται, παράλληλα, η ιστορία μιας μάνας, που όλοι την αποκαλούν "Αγία Μητέρα" (Isabelle Huppert), η οποία συντηρεί την κόρη της στην ζωή με μηχανική υποστήριξη. Η γυναίκα αυτή, όπως μαθαίνουμε στην πορεία, ήταν κάποτε μια σπουδαία ηθοποιός που παραιτήθηκε, πρακτικά, από την ζωή της, μετά το ατύχημα της κόρης της και πλέον, αναπνέει μόνο για να φροντίζει και να προσεύχεται για το παιδί της. Έχοντας ξεχάσει τι είναι να συνομιλεί κανείς ή να ενδιαφέρεται για τους ζωντανούς, έχει αφήσει τον σύζυγο και τον γιό της εκτός της ζωής της ως ζωντανή-νεκρή και βλέπουμε ότι για 'κείνη, το μόνο που έχει σημασία είναι η εξέλιξη της κατάστασης της Eluana, καθώς αποτελεί τον λόγο της ελπίδας ή της απελπισίας της για το δικό της παιδί.
Η τελευταία ιστορία τώρα, αφορά μια γυναίκα που ζει, τα τελευταία χρόνια, υπό την επήρεια ουσιών, την Rossa (Maya Sansa). Έχοντας χάσει, λοιπόν, λόγω της εξάρτησής της, την ικανότητα να νιώσει διάφορα συναισθήματα, αισθάνεται ότι δεν έχει λόγο να διατηρείται, σ' αυτήν την κατάσταση, στην ζωή και προσπαθεί επανειλημμένα ν' αυτοκτονήσει. Όμως, στο δρόμο της νεαρής γυναίκας θα βρεθεί ένας γιατρός που δεν επιτρέπει στον εαυτό του ν' αφήσει κάποιον να εγκαταλείψει μ' αυτόν τον τρόπο τη ζωή. Έτσι ο Δρ. Pallido (Pier Giorgio Bellocchio), αναλαμβάνει τον ρόλο του φύλακα άγγελού της, προσπαθώντας με σκληρό τρόπο να την μεταπείσει.
Κατά γενική ομολογία, το συγκεκριμένο θέμα είναι πολύ λεπτό, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρουσιάσει κανείς, με απενοχοποιημένο τρόπο, ιστορίες που να δίνουν στον θεατή την δυνατότητα να σχηματίσει μια δική του άποψη πάνω στο θέμα της ελευθερίας της βούλησης, όταν αυτό αφορά στην ζωή και τον θάνατο.
Στα συν της συγκεκριμένης ταινίας, λοιπόν, συγκαταλέγεται ο τρόπος με τον οποίο ο δημιουργός της προσεγγίζει την ελευθερία του ανθρώπου στο συγκεκριμένο θέμα, αφήνοντάς τον θεατή ν' αναπτύξει από μόνος του, την άποψη που του ταιριάζει. Επίσης, αξίζει ν' αναφέρουμε ότι οι ερμηνείες είναι άριστες, αναδεικνύοντας έτσι την κάθε ιστορία. Στα μειονεκτήματά της τώρα, συγκαταλέγονται οι αναγκαίοι αργοί ρυθμοί της, που πιθανόν να κουράσουν με μεγάλη ευκολία ένα κοινό που περιμένει να δει κάτι σαν τη "Θάλασσα μέσα μου".
Παρόλα αυτά, αν το θέμα της σας κεντρίζει το ενδιαφέρον, ο Marco Bellocchio, έχει κάνει μια πολύ όμορφη, απλή κι αληθινή προσέγγισή αυτού, χωρίς να δημιουργεί, όμως, μια δυνατή ή συγκλονιστική ταινία. Προτείνεται λοιπόν, κατά κύριο λόγο, στο σινεφίλ κοινό, που το συναρπάζει η ιδέα μιας ταινίας που πραγματεύεται την ζωή και τον θάνατο, μέσα από το πρίσμα της ελεύθερης επιλογής ανάμεσα στα δυο.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ιταλικό δράμα του 2012, βασισμένο σε ιστορία του Marco Bellocchio, σε σενάριο των Marco Bellocchio, Veronica Raimo και Stefano Rulli και σκηνοθεσία του Marco Bellocchio, διάρκειας 115 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Toni Servillo, Alba Rohrwacher, Michele Riondino, Fabrizio Falco, Isabelle Huppert, Gianmarco Tognazzi, Brenno Placido, Carlotta Cimador, Maya Sansa, Pier Giorgio Bellocchio, Gigio Morra και Roberto Herlitzka.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

6 Δεκεμβρίου 2012

(2012) Το αγόρι στο τελευταίο θρανίο

Πρωτότυπος τίτλος: Dans la maison
Αγγλικός τίτλος: In the house


Η υπόθεση
Ο Claude (Ernst Umhauer), είναι ένας 16χρονος νέος, ο οποίος με μια έκθεσή του θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του καθηγητή λογοτεχνίας του, Germain (Fabrice Luchini), καθώς από το κείμενό του, φαίνεται πως, ο μαθητής αυτός, έχει εξαιρετικό ταλέντο στο γράψιμο. Ο Germain θέλοντας να βοηθήσει τον νεαρό Claude να βελτιώσει την τεχνική γραφής του, θα του παράσχει επιπλέον ώρες ιδιαιτέρων μαθημάτων, στις οποίες θα του δίνει οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να συνεχίσει την ιστορία του και θα του επισημαίνει τα λάθη του. Το ζήτημα είναι ότι ο Claude χρησιμοποιεί ως κεντρικούς ήρωες της ιστορίας του τα πρόσωπα της οικογένειας ενός συμμαθητή του, του Rapha (Bastien Ughetto), στο σπίτι του οποίου έχει καταφέρει να εισχωρήσει, βοηθώντας τον στα μαθηματικά. Όμως, μήπως αυτή η ιδιότυπη σχέση που αναπτύσσει σταδιακά ο Claude με τα μέλη της οικογένειας του Rapha, δεν είναι και τόσο αθώα όσο δείχνει;

Η κριτική
Το νέο έργο του François Ozon, είναι κατά βάση μια μυστηριώδης δραματική ιστορία, που αφορά ένα έφηβο αγόρι, το οποίο εισχωρεί, μ' έναν αρκετά έξυπνο τρόπο, στην ζωή μιας, φαινομενικά, τέλειας οικογένειας. Βασιζόμενο στο θεατρικό έργο του Juan Mayorga, "Το αγόρι στο τελευταίο θρανίο", θα έλεγε κανείς ότι σαν θέμα, η ιστορία παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, το οποίο όμως δεν καταφέρνει να διατηρηθεί ακέραιο στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει το γεγονός, ότι ο νεαρός Claude, καθώς εισχωρεί, σταδιακά όλο και περισσότερο, στην ζωή της οικογένειας του Rapha, δεν αρκείται στην απλή καταγραφή κάποιων συμπεριφορών ή στην χρήση της φαντασίας του, για να γράψει την συνέχεια της ιστορίας του, αλλά αντίθετα, προσπαθεί να τροποποιήσει την καθημερινότητα των μελών της, έτσι ώστε να γίνει κι ο ίδιος μέλος της και να καλύψει με αυτόν τον τρόπο και τις δικές του ανάγκες, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την ικανοποίηση των επιθυμιών του κεντρικού ήρωα, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο.
Έχοντας ένα ιδιαίτερο χάρισμα, αυτό της συγγραφής, καταφέρνει να μαγέψει με το ταλέντο του τον καθηγητή λογοτεχνίας, Germain, ωθώντας τον να συμμετάσχει κι αυτός στο διεστραμμένο σχέδιό του, να κατακτήσει την καρδιά της μητέρας του Rapha, Esther (Emmanuelle Seigner), να γίνει ο πατέρας Rapha (Denis Ménochet) στην θέση του πατέρα και ταυτόχρονα κι ο γιός Rapha στην θέση του γιού.
Μην έχοντας ο ίδιος μια φυσιολογική οικογένεια, καθώς η μητέρα του τον εγκατέλειψε σε μικρή ηλικία κι ο πατέρας του έμεινε ανάπηρος, κι όντας, παράλληλα, σε μια ηλικία που αναζητά έντονα την ταυτότητά του, μαγεύεται από την εικόνα της στοργικής μητέρας, του φιλικού πατέρα και του αδύναμου γιού, που ενώ τα έχει όλα δεν έχει εξελιχθεί στο δυναμικό άτομο που θα έπρεπε, κι, αρχικά από περιέργεια κι έπειτα επειδή απλώς μπορεί, αποφασίζει να γνωρίσει καλύτερα τον κάθε χαρακτήρα και στην πορεία να τους χρησιμοποιήσει για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του.
Η αλήθεια είναι ότι στην ταινία, κυριαρχεί η αίσθηση μιας δραματικής ιστορίας κι όχι τόσο το στοιχείο του ψυχολογικού θρίλερ και το γεγονός ότι δεν προσανατολίζεται κάπου συγκεκριμένα, είναι και το βασικότερό της ελάττωμα. Το μόνο πράγμα που παραπέμπει σε θρίλερ, είναι αυτή η διαστροφή που υπάρχει, αρχικά στον Claude ότι μπορεί να χειραγωγήσει τους πάντες, κι έπειτα, θα δούμε ότι γεννιέται και στον καθηγητή ένα διαφορετικό είδος διαστροφής, αυτό του ηδονοβλεψία στην ζωή ενός άλλου ζεύγους. Το κοινό τους όμως στοιχείο διαστροφής, είναι αυτός ο αλλόκοτος τρόπος που διαλέγουν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους. Ο Claude αποκτά την οικογένεια που του στερήθηκε κι ο Germain, με τη σειρά του, αποκτά το γιό που ποτέ δεν αξιώθηκε ν' αποκτήσει. Οι δυό τους, χάνονται μέσα στην φαντασίωση και καταλήγουν να ζουν κυρίως μέσα σ' αυτήν. Ωστόσο, όπως ανέφερα, τα παραπάνω δεν είναι τόσο ευδιάκριτα, καθώς δίνεται περισσότερη έμφαση στο ονειρικό στοιχείο της φαντασίωσης κι όχι τόσο στα σκοτεινά της κομμάτια.
Έχοντας μια συμπαθητική, αλλά όχι ιδιαίτερη, σκηνοθεσία κι εξίσου συμπαθητική φωτογραφία, μουσική επένδυση κι ερμηνείες, προτείνεται κατά κύριο λόγο, σε όσους αρέσει το γαλλικό σινεμά και δεν τους ενοχλεί η φλυαρία στην οποία εμπίπτει κάποιες φορές αυτό.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2012, βασισμένο στο θεατρικό έργο "Το αγόρι στο τελευταίο θρανίο" του Juan Mayorga, σε σενάριο και σκηνοθεσία του François Ozon, διάρκειας 105 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Ernst Umhauer, Fabrice Luchini, Kristin Scott Thomas, Emmanuelle Seigner, Bastien Ughetto και Denis Ménochet.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

4 Δεκεμβρίου 2012

(2012) Κάτι σαν έρωτας

Πρωτότυπος τίτλος: Like someone in love
Αγγλικός τίτλος: The end


Η υπόθεση
Η Akiko (Rin Takanashi) είναι μια νεαρή φοιτήτρια της κοινωνιολογίας που κερδίζει τα προς το ζην μέσω της πορνείας. Ο κύριος Takashi (Tadashi Okuno), πάλι, είναι ένας ηλικιωμένος άντρας, πρώην καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Akiko και καταξιωμένος συγγραφέας και μεταφραστής. Μια νύχτα, η Akiko, θα επισκεφτεί τον κύριο Takashi, για να του προσφέρει τις υπηρεσίες της και την επόμενη μέρα, αφού περάσει τη νύχτα στο σπίτι του, οι ζωές των δυο τους θα μπερδευτούν απροσδόκητα, με την εμφάνιση του αρραβωνιαστικού της νεαρής Akiko, τον Noriaki (Ryo Kase).

Η κριτική
Το "Κάτι σαν έρωτας" αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ταινία, καθώς αναμειγνύει στοιχεία από τρεις διαφορετικές εθνικές κινηματογραφίες. Από τη μια έχουμε τον λιτότητα του Ιρανικού κινηματογράφου, τον πουριτανισμό του Ιαπωνικού πολιτισμού, που χαρακτηρίζει και την εθνική κινηματογραφία, και τέλος η ιστορία εκτυλίσσεται με αργούς ρυθμούς, χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, έχοντας ως απώτερο στόχο την έμφαση στην ψυχολογία των χαρακτήρων.
Ο Abbas Kiarostami, στην νέα του ταινία ασχολείται μ' ένα, αρκετά ιδιόμορφο, ερωτικό τρίγωνο, ο συνδετικός κρίκος του οποίου είναι η νεαρή Akiko. Η όμορφη κοπέλα, η οποία χρησιμοποιεί το σώμα της ως πηγή εσόδων, είναι ένα πλάσμα αρκετά μπερδεμένο που φαίνεται να ψάχνει συνεχώς διεξόδους αποφυγής των προβλημάτων της, αντί να προσπαθήσει να τα λύσει, με χαρακτηριστικότερη σκηνή, αυτή στο ταξί, που ζητά από τον οδηγό να συνεχίσει να κάνει κύκλους σε μια πλατεία. Παράλληλα, η συνεχής προσπάθειά της, ν' ακούει από τα στόματα των άλλων ανθρώπων ότι μοιάζει με τις υπόλοιπες γυναίκες, όπως επίσης το γεγονός ότι αποφεύγει να συναναστραφεί ουσιαστικά με τον υπόλοιπο κόσμο ή το ότι κρατά σε απόσταση από την τωρινή της ζωή όσους την γνωρίζουν πραγματικά, είναι ενδεικτικά στοιχεία της σύγχυσης στην οποία βρίσκεται η πρωταγωνίστρια.
Το ακριβώς αντίθετο από την νεαρή Akiko, βλέπουμε πως είναι ο ώριμος κύριος Takashi. Ο Takashi, τον οποίο ερμηνεύει εξαιρετικά ο Tadashi Okuno, είναι ένας άντρας που έχει μια ακατανίκητη ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, όχι όμως σε σαρκικό επιπέδο. Όταν θα κάνει την εμφάνισή του η νεαρή κοπέλα στο σπίτι του, μετά από ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό τηλεφώνημα, το οποίο δεν λέει να τελειώσει, ο ηλικιωμένος άντρας κάθεται να κουβεντιάσει με την κοπέλα κι έπειτα, αφού εκείνη ζητήσει να επισκεφτεί την τουαλέτα, προσπαθεί να την πείσει να του κάνει παρέα στο δείπνο ή έστω να πιούν ένα ποτήρι κρασί μαζί.
Τέλος ο Noriaki, ο νεαρός αρραβωνιαστικός της Akiko, είναι το πρόσωπο που, με την παρουσία του, θα βοηθήσει στην καλύτερη ανάδειξη των υπολοίπων χαρακτήρων. Ο Noriaki, είναι ένα παιδί που παράτησε το σχολείο για να πιάσει δουλειά, δεν καταλαβαίνει την σημασία των σπουδών και των βιβλίων, πιστεύει στις παραδόσεις κι είναι ένας πολύ ανοιχτός και καλόκαρδος άνθρωπος που χρειάζεται απεγνωσμένα να κατακτήσει το ακατόρθωτο, δηλαδή την Akiko. Η σκηνή στην οποία οι δυο άντρες συνομιλούν, είναι ίσως η πιο ουσιαστική ολόκληρου του δράματος, καθώς εκεί, αφού έχουν συστηθεί πια όλοι οι χαρακτήρες, θ' αρχίσουν ν' αποκωδικοποιούνται πολλά στοιχεία της ψυχολογίας των τριών ηρώων.
Η συγκεκριμένη ταινία, δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί κάτι το εξαίσιο. Μοιάζει περισσότερο μ' ένα πείραμα του καταξιωμένου Kiarostami, το οποίο μέσα στην ηρεμία που το διακρίνει, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχει δώσει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Σαφώς κι υποκριτικά ολόκληρη την ταινία την βαστά ο Tadashi Okuno, ωστόσο όμως, δεν υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που να συμβάλει περισσότερο στην ανάδειξη των υπόλοιπων προσωπικοτήτων, παρά ο καθένας βοηθά στην αποκάλυψη περισσοτέρων στοιχείων για τους γύρω του. Η φωτογραφία κι η μουσική επένδυση, εξυπηρετούν φανερά την υπόλοιπη σκηνοθετική άποψη, εμπλουτίζοντας τις μακρόσυρτες σκηνές. Παρατηρούμε επίσης, ότι σημαντικότερο ρόλο, στην αποκωδικοποίηση των χαρακτήρων, παίζουν οι σιωπές κι οι ήχοι ή τα πρόσωπα που παρεμβάλλονται, παρά οι ίδιοι οι χαρακτήρες με τα λόγια ή τις πράξεις τους.
Μια όμορφη ταινία, που με την απουσία της δράσης, μιλά για τις κοινωνικές ανάγκες και τις ανθρώπινες σχέσεις, παραθέτοντάς μας την διπλή ζωή μιας κοπέλας, η οποία γίνεται αφορμή να διασταυρωθούν οι δρόμοι τριών εντελώς διαφορετικών προσωπικοτήτων και να φωτιστούν οι διάφορες πλευρές της ζωής τους. Η ταινία, λόγω των ρυθμών αλλά και της ιδιαιτερότητας των στοιχείων που περιέχει, προτείνεται κατά κύριο λόγο στο σινεφίλ κοινό.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Γαλλο-Ιαπωνικό δράμα, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Abbas Kiarostami, διάρκειας 109 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τους Rin Takanashi, Tadashi Okuno και Ryo Kase.

Οι σύνδεσμοι
Trailer
Imdb
Rotten Tomatoes 

29 Νοεμβρίου 2012

(2011) Επιστροφή στον έρωτα

Πρωτότυπος τίτλος: La délicatesse
Αγγλικός τίτλος: Delicacy


Η υπόθεση
Η Nathalie (Audrey Tautou) κι ο François (Pio Marmaï) είναι ένα νεαρό ζευγάρι, που ζει την μαγεία του έρωτα στο έπακρο. Οι δυο νέοι δεν θ' αργήσουν να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου κι όταν πια η Nathalie βρίσκει μόνιμη δουλειά, όλα μοιάζουν ιδανικά. Κάποια μέρα, όμως, η ευτυχία του ζεύγους θα λήξει άδοξα, καθώς ο François θα πεθάνει σ' ένα δυστύχημα. Η Nathalie, για χρόνια, ακολουθεί τη μέθοδο της εργασιοθεραπείας, καταφέρνοντας ν' ανέλθει επαγγελματικά. Μια μέρα, όμως, θ' ανοίξει την πόρτα ένας άσχημος, ψηλός κι άχαρος άντρας, ο Markus (François Damiens), τον οποίο, για έναν ανεξήγητο λόγο, θα σηκωθεί από το γραφείο της και θα φιλήσει με πάθος. Μπορεί ο έρωτας να σου χτυπήσει την πόρτα δυο φορές;

Η κριτική
Η "Επιστροφή στον έρωτα" είναι μια γλυκιά κομεντί, που μιλά για τον έρωτα και την απώλεια και ξανά για τον έρωτα, μ' έναν σχεδόν ονειρικό τρόπο, που θυμίζει πολύ το παραμυθικό στοιχείο της "Amélie". Παράλληλα, όμως θίγει και διάφορες μικρότητες που συναντάμε καθημερινά στους κύκλους μας.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο, φυσικά, έχει αναλάβει η Audrey Tautou, μια ηθοποιός που έχει αποδείξει την αξία της σε ρόλους που οι χαρακτήρες πατάνε με το ένα πόδι στη γη και με το άλλο είναι έτοιμοι να εκτοξευθούν στα ουράνια. Τον ρόλο του Markus, του άσχημου, πλην καλόκαρδου, άντρα που θα ξανα-φέρει τον έρωτα στην καρδιά της νεαρής χήρας, Nathalie, αναλαμβάνει ο François Damiens, ένας άντρας που σωματικά φέρνει αρκετά στην άχαρη μορφή του κεντρικού ήρωα.
Η Nathalie, προτού ακόμα μείνει χήρα, μοιάζει να είναι το άπιαστο όνειρο κάθε άντρα, αφού η πρόσληψή της στη νέα δουλειά, δεν θα 'λεγε κανείς ότι γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια. Ο διευθυντής της, Charles (Bruno Todeschini), είναι φανερά γοητευμένος από την υπέροχη παρουσία της. Παράλληλα, όμως, μετά τον θάνατο του François, η Nathalie, μετατρέπεται σε γυναικείο πρότυπο, καθώς καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα μια υπέροχη φίλη αλλά και γυναίκα καριέρας. Το μυστικό της, φαίνεται να είναι η ψυχική δύναμη που κρύβει μέσα της, η οποία όπως αποδεικνύεται, είναι μέρος ενός οχυρού που έχει χτίσει, για να προστατευτεί από τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο, γίνεται ακόμα πιο ποθητή, από το ανδρικό φίλο, ακόμα πιο θαυμαστή, από το γυναικείο και δίνει ακόμα περισσότερες λαβές για κουτσομπολιά στους διάφορους κύκλους της.
Δεν γνωρίζουμε αν ισχύουν πραγματικά όλα όσα ακούγονται για τον έρωτα, δηλαδή ότι είναι τυφλός ή ότι είναι δυνατόν να ερωτευτείς κάποιον με την πρώτη ματιά, πάντως στη συγκεκριμένη ταινία και οι δυο αυτές απόψεις επιβεβαιώνονται όταν, χωρίς να καταλαβαίνει το λόγο, η πρωταγωνίστρια σηκώνεται από την καρέκλα της και διεκδικεί την αγνή ψυχή που κάνει την εμφάνισή της στη ζωή της. Φυσικά, όντας μπερδεμένη και χωρίς να μπορεί να εξηγήσει λογικά τις πράξεις της, ο Markus, είναι αυτός που αναλαμβάνει να διεκδικήσει την αιθέρια αυτή ύπαρξη και ν' αποδείξει στην ίδια, αλλά και σ' όλους τους υπόλοιπους, ότι δεν είναι απλά ένας λεκές στο ρούχο της Nathalie.
Η ταινία, σε γενικές γραμμές, είναι μια όμορφη κι αισιόδοξη κομεντί, με μια υπέροχη μουσική σαν από μουσικό κουτί, που κάνει τον θεατή να περάσει ευχάριστα κατά τη διάρκειά της. Χωρίς να είναι κάτι το θεσπέσιο, προτείνεται σε όσους θεατές αρέσουν τα ρομαντικά, σύγχρονα παραμύθια, αλλά και στους θαυμαστές της Audrey Tautou, καθώς γι' ακόμα μια φορά την βλέπουμε σ' ένα ρόλο που της ταιριάζει γάντι.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Γαλλική κομεντί του 2011, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του David Foenkinos, σε σενάριο του ιδίου και σκηνοθεσία των David Foenkinos και Stéphane Foenkinos, διάρκειας 108 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Audrey Tautou, François Damiens, Bruno Todeschini, Pio Marmaï, Joséphine de Meaux, Mélanie Bernier και Monique Chaumette.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

26 Νοεμβρίου 2012

(2012) Σώμα με σώμα

Πρωτότυπος τίτλος: De rouille et d'os
Αγγλικός τίτλος: Rust and bone


Η υπόθεση
Ο Ali (Matthias Schoenaerts) είναι ένας φτωχός κι άστεγος νεαρός άντρας, που ταξιδεύει μαζί με τον γιό του, Sam (Armand Verdure), προς τη νότια Γαλλία, με σκοπό να βρει την αδελφή του, Anna (Corinne Masiero), η οποία θα του παράσχει στέγη στο γκαράζ του σπιτιού της, θ' αναλάβει την φροντίδα του μικρού Sam και θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως υπεύθυνος ασφάλειας σ' ένα club. Εκεί, ο Ali, θα γνωρίσει την Stéphanie (Marion Cotillard), την οποία λόγω ενός τραυματισμού, θα συνοδεύσει σπίτι και θα της αφήσει το τηλέφωνό του. Η Stéphanie είναι μια γυναίκα από διαφορετική κοινωνική τάξη, η οποία εργάζεται ως εκπαιδεύτρια στο Marineland, ένα θαλάσσιο πάρκο με όρκες. Μετά από ένα ατύχημα στη δουλειά της, το οποίο θα της στερήσει τα δυο της πόδια, η Stéphanie θα καλέσει τον Ali, σε μια ανάγκη επικοινωνίας με κάποιον άνθρωπο. Έτσι, θα ξεκινήσει ν' αναπτύσσεται μια ειλικρινής σχέση, ανάμεσα στους δυο ήρωες.

Η κριτική
Το "Σώμα με σώμα" είναι μια ταινία που μιλά για την έννοια της αγάπης, προβάλλοντας την αστείρευτη ψυχική δύναμη του ανθρώπου, η οποία δεν γνωρίζει όρια. Ως πρωταγωνιστές, θα γνωρίσουμε δυο κατεστραμμένες ψυχές, τον Ali και τη Stéphanie. Ο πρώτος είναι ένας ψυχολογικά ανάπηρος άντρας κι η δεύτερη, μια σωματικά ανάπηρη γυναίκα. Σημαντική λεπτομέρεια για τον χαρακτήρα της Stéphanie, παίζει το γεγονός ότι η σωματική αναπηρία της είναι επίκτητη, κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής της.
Ο Ali, είναι ένας άντρας που ενώ δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει την δική του ταυτότητα, φορτώνεται στις πλάτες του, τον 5χρονο γιό του, τον οποίο δεν ξέρει πώς να φροντίσει και κυρίως πώς ν' αγαπήσει. Ξέρει βέβαια, ότι είναι χρέος του, να παράσχει στο παιδί μια στέγη και όλα τ' απαραίτητα για να ζήσει, αλλά δεν ξέρει πώς να το πράξει αυτό. Έτσι, καταλήγει να ζητήσει βοήθεια από την αδελφή του, η οποία είναι μια εξίσου βασανισμένη ψυχή, που όμως, έχει καταφέρει να κουτσοφέρει βόλτα τη ζωή της. Εκείνη αναλαμβάνει το παιδί και βοηθά τον αδελφό της όσο μπορεί στην εύρεση εργασίας, αλλά πέρα από την πρακτική συνεισφορά της στη σωτηρία του, δεν έχει τα μέσα να τον βοηθήσει ψυχολογικά.
Τον ρόλο του ψυχολογικού υποστηρικτή του Ali, αν κι αρχικά εκείνος μοιάζει να βοηθά την κοπέλα, αναλαμβάνει η Stéphanie, όταν, μετά το ατύχημα, νιώθει την ανάγκη να σταματήσει να αισθάνεται τον οίκτο και την λύπηση του κύκλου της. Γι' αυτό το λόγο, μέσα στις απεγνωσμένες προσπάθειές της, ν' αυτοκτονήσει ή ν' απωθήσει τους δικούς της ανθρώπους, μένοντας απαθής, θα καλέσει εκείνον τον άντρα που είχε μεν την ευγένεια να τη συνοδέψει στο σπίτι της, αλλά και το θράσος να της πει ευθέως ότι το ντύσιμό της είναι τόσο προκλητικό όσο μιας πόρνης. Πράγματι, η συναισθηματική ανικανότητα που έχει ο Ali, της δίνει το κουράγιο που χρειάζεται να συνεχίσει τη ζωή της και πλέον εκείνη είναι που έχει το χρέος ν' αναλάβει τον ρόλο του παιδαγωγού του Ali, κάνοντάς τον να ενδιαφερθεί για τη ζωή και τους γύρω του, ουσιαστικά κι όχι σαρκικά.
Τη συγκεκριμένη ταινία χαρακτηρίζει μια ρεαλιστική ωμότητα, η οποία, χωρίς να συνδέεται με τη σωματική βία, παρουσιάζει σε όλη της την έκταση την ανθρώπινη δυστυχία. Το γεγονός, όμως, ότι επιλέγει να δείξει την ανθρώπινη δύναμη που πάει κόντρα στη μιζέρια της ζωής με τον πιο σκληρό τρόπο, την κάνει μεγαλειώδη. Έκπληξη προκαλεί η σκηνή που η Stéphanie επισκέπτεται μετά το ατύχημα το θαλάσσιο πάρκο και βλέπει κάποια από τις όρκες που της προκάλεσαν το ατύχημα. Νομίζω ότι αυτή η εικόνα κάλλιστα θα μπορούσε ν' αποτελέσει έναν ύμνο στον αναγκαστικό συμβιβασμό που πρέπει να κάνει ο άνθρωπος με κάποιες καταστάσεις, για να μπορέσει, συγχωρώντας, να προχωρήσει παρακάτω. Την δύναμη να ζήσουμε την έχουμε όλοι, η αποδοχή του εαυτού μας είναι αυτή που μας βοηθά να την ζήσουμε πραγματικά.
Έχοντας μια συμπαθητική και σε κάποιες στιγμές εξαίσια φωτογραφία, μια υπέροχη σκηνοθεσία, που σταματά κάποιες στιγμές την κανονική ροή της για να εντείνει τις αισθήσεις του θεατή, μια πανέμορφη μουσική κι εξαιρετικές ερμηνείες, με την Marion Cotillard να δίνει ρεσιτάλ, το έργο αποτελεί ένα ρεαλιστικό δράμα που δίνει στους ήρωές του το καρπούζι και το μαχαίρι και τους αφήνει να βρουν τον δρόμο τους.
Προτείνεται κατά κύριο λόγο στο σινεφίλ κοινό, στους λάτρεις του γαλλικού κινηματογράφου, στους θαυμαστές της Marion Cotillard, αλλά και σ' όσους ψάχνουν για μια καλή δραματική ταινία, που δεν αφήνει περιθώρια για ψυχοπλάκωμα, καθώς βουτάει τη ζωή απ' τα μαλλιά.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2012, βασισμένο σε ιστορία του Craig Davidson, σε σενάριο των Jacques Audiard και Thomas Bidegain και σκηνοθεσία του Jacques Audiard, διάρκειας 120 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Marion Cotillard, Matthias Schoenaerts, Armand Verdure, Corinne Masiero, Jean-Michel Correia και Bouli Lanners.

Οι σύνδεσμοι
Trailer
Imdb
Rotten Tomatoes

24 Νοεμβρίου 2012

(2012) Μ' εξοργίζει η απουσία του

Πρωτότυπος τίτλος: J'enrage de son absence
Αγγλικός τίτλος: Maddened by his absence


Η υπόθεση
Ο Jacques (William Hurt) 8 χρόνια μετά το θάνατο του τετράχρονου γιού του, σε αυτοκινητιστικό όπου οδηγούσε ο ίδιος, επιστρέφει στην πόλη που ζούσε με την οικογένειά του, για να διευθετήσει την κληρονομιά που του έφερε ο θάνατος του πατέρα του. Κατά την παραμονή του, θα γνωρίσει τον Paul (Jalil Mehenni), τον επτάχρονο γιό της πρώην γυναίκας του, Mado (Alexandra Lamy), με τον οποίο θ' αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης.

Η κριτική
Το "Μ' εξοργίζει η απουσία σου" είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον δραματικό έργο που παρουσιάζει τις ανθρώπινες σχέσεις ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, την οικογένεια και τη φιλία. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια αρκετά γλυκιά ταινία, βασισμένη σε μια πολύ σκληρή ιστορία.
Ο Jacques είναι ένας άντρας που κουβαλά στις πλάτες του τον χαμό του τετράχρονου γιού του, καθώς στο θανατηφόρο αυτοκινητιστικό, οδηγός ήταν ο ίδιος. Μην έχοντας την ικανότητα ν' αποτινάξει από πάνω του την ευθύνη, επιλέγει να ξεφύγει από τον φρικτό εφιάλτη, μετακομίζοντας στην έτερη πατρίδα του, την Αμερική, μαζί με την μητέρα του, όμως ποτέ δεν καταφέρνει να ξαναφτιάξει την ζωή του.
Όταν, για κληρονομικούς λόγους, επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του, δεν θα μπορέσει ν' αντισταθεί στον πειρασμό ν' επισκεφτεί την πρώην γυναίκα του, η οποία έχει προχωρήσει τη ζωή της, δημιουργώντας μια νέα οικογένεια κι έχοντας έναν επτάχρονο γιό, τον Paul.
Ο Paul, κεντρίζει το ενδιαφέρον του Jacques, καθώς αποτελεί το γιό που ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να δει να μεγαλώνει, κι οι δυο τους χτίζουν μια αμοιβαία σχέση αγάπης κι ανάγκης. Βοηθώντας κάποια μέρα τον μικρό Paul να βγάλει το ποδήλατό του από το υπόγειο, ο Jacques, θα δει φυλαγμένα τα παιχνίδια του γιού του σε μια κούτα. Από τότε, η αποθήκη στο σπίτι της Mado γίνεται ένας μαγνήτης γι' αυτόν και καταλήγει να μείνει σιγά-σιγά εκεί.
Αυτή την εμμονή είναι που βλέπει ο Paul και καταλαβαίνει ότι ο "άλλος μπαμπάς" χρειάζεται τη βοήθειά του και δένεται μαζί του, για να τον βοηθήσει να θρηνήσει, ν' αποκτήσει ξανά το χαμένο παιδί του ή να συμβιβαστεί κάποια στιγμή και να ζήσει. Ο αθώος αυτός τρόπος, που βλέπει την ζωή και τους άλλους ανθρώπους, ο μικρός αυτός ήρωας, εκπλήσσει και συνταράσσει τον θεατή, καθώς απ' όλους τους ενήλικες που θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει στον Jacques μια χείρα βοηθείας, ο μόνος που δεν φοβάται ν' ασχοληθεί με μια κατεστραμμένη ψυχή, είναι ο νεαρός Paul, ο οποίος έχει απόλυτη συναίσθηση της σχέσης που θα έπρεπε να "μην" έχει με αυτόν τον άνθρωπο, αλλά που παρόλα αυτά, επιλέγει να παραβεί τους κανόνες και να φερθεί πολύ πιο ώριμα και πολύ πιο ανθρώπινα από ένα παιδί της ηλικίας του.
Οι χαρακτήρες του πατέρα και της μητέρας του μικρού Paul, θα έλεγε κανείς ότι είναι περισσότερο βοηθητικοί στον έργο, καθώς είναι τα πρόσωπα που άτυπα ή τυπικά, θέτουν τα όρια και δίνουν στον θεατή την εικόνα της παραβίασής τους. Παράλληλα η Mado αποτελεί την αφορμή της γνωριμίας των δυο ηρώων κι είναι αυτή που συστήνει στο μικρό γιό της, το καλό που μπορεί να κάνει ένα αθώο ψέμα, ή έστω η απόκρυψη της αλήθειας.
Από πλευράς φωτογραφίας, μουσικής και χρωμάτων η ταινία είναι εκπληκτική. Καταφέρνει να περάσει σε λίγα δευτερόλεπτα στον θεατή τις διάφορες ψυχολογίες των ηρώων της. Ο Jacques, βρισκόμενος συνεχώς σ' ένα κλειστοφοβικό υπόγειο, ξέρουμε ότι αφήνει την απώλεια να τον συντρίψει, ενώ τον Paul, τον συναντάμε συνήθως σε μια ανοιχτή και καταπράσινη αυλή, κάνοντας σαφή την καλή του διάθεση και την ανοιχτόκαρδη, γεμάτη αγάπη, ψυχή του.
Από σκηνοθετικής πλευράς όμως, χωρίς να θέλω να την χαρακτηρίσω μια κακή ταινία, μπορώ να πω ότι μου φάνηκε ότι έπασχε. Και με το ρήμα "πάσχει", θέλω να πω ότι οι ταινίες που έχουν συνήθως παραπάνω του ενός, πρωταγωνιστικά πρόσωπα, επικεντρώνονται από την αρχή τους στις διάφορες ζωές των χαρακτήρων, ενώ εδώ επικεντρωνόμαστε πρώτα στην ζωή του Jacques κι έπειτα περνάμε στην ζωή του Paul.
Εκτός αυτού, βέβαια, που μπορεί να μην ενοχλήσει ιδιαίτερα, θα δούμε ότι στις αρχές της ταινίας, οι σκηνές κόβονται απότομα. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε σκηνοθετική απειρία ή μέσω του τρόπου αυτού, να δίνεται η κοφτή οπτική του Jacques, μιας και στις αρχές της ταινίας ειδικά, ο νεαρός Paul δεν έχει κάνει ακόμα την εμφάνισή του στη ζωή του, για να γλυκάνει κάπως ο συναισθηματικός του κόσμος.
Αν εξαιρέσει κανείς, λοιπόν, την απουσία ενός πεπειραμένου σκηνοθέτη που θα είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ιστορία, μ' έναν εκπληκτικό τρόπο, νομίζω ότι μιλάμε για μια ταινία που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι είναι πολύ γλυκιά κι ανθρώπινη. Προτείνεται κατά κύριο λόγο, στους λάτρεις του γαλλικού κινηματογράφου, αλλά και στους θαυμαστές των ελαφρώς πρωτότυπων οικογενειακών δραμάτων.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2012, σε σενάριο των Sandrine Bonnaire και Jérôme Tonnerre και σκηνοθεσία της Sandrine Bonnaire, διάρκειας 98 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους William Hurt, Jalil Mehenni, Alexandra Lamy, Augustin Legrand, Françoise Oriane και Matteo Trevisan.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes