Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Απριλίου 2013

(2011) Hasta la vista

Πρωτότυπος τίτλος: Hasta la vista
Αγγλικός τίτλος: Come as you are


Η υπόθεση
Τρεις 20χρονοι φίλοι, όλοι τους άτομα με ειδικές ανάγκες, παίρνουν την εξωφρενική απόφαση να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι στην Ισπανία, προκειμένου να συνευρεθούν για πρώτη φορά στην ζωή τους με το αντίθετο φύλο. Το ταξίδι τους όμως, δεν ξεκινά, ούτε και συνεχίζει όπως το είχανε προσχεδιάσει.

Η κριτική
Ο Βέλγος Geoffrey Enthoven, το ίδιο έτος που προβαλλόταν στις κινηματογραφικές αίθουσες το γαλλικό αριστούργημα "Άθικτοι", δημιουργεί μια ταινία με παρόμοια θεματολογία, στην οποία πραγματεύεται από μια πολύ διαφορετική οπτική, το δικαίωμα που έχουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες στην ζωή.
Βασιζόμενος σε πραγματική ιστορία και επικεντρώνοντας το έργο του περισσότερο στο δραματικό στοιχείο, το οποίο φροντίζει να διανθίσει με κάποιες κωμικές καταστάσεις όπου εμπλέκονται οι ήρωές του, ο Enthoven, συστήνει μια σινεφίλ δραματική κωμωδία που ερευνά, εκτός από το προφανές πρόβλημα της αναπηρίας, τις ανάγκες του κάθε νέου ανθρώπου ν' απογαλακτιστεί από το οικογενειακό του περιβάλλον και να ζήσει την ζωή του, όπως ο ίδιος επιθυμεί.
Έτσι, μια απολύτως φυσική ανάγκη τριών νέων ανδρών κι η κάρτα ενός πορνείου που ειδικεύεται στα άτομα με αναπηρία, θ' αποτελέσουν την αφορμή για ένα κωμικο-τραγικό ταξίδι, κατά τ' οποίο ζητούμενο είναι η εκπλήρωση ενός σημαντικού ονείρου τους. Επίσης, η απειλή του αναπόφευκτου θανάτου ενός εκ των πρωταγωνιστών, συμβάλλει δραστικά στην επιτακτική ανάγκη να πραγματοποιηθεί άμεσα αυτό το ταξίδι, παρά την απαγόρευση της κοινής λογικής. Μπορεί βέβαια, η κατάληξη της ιστορίας να μην εμπεριέχει το στοιχείο της έκπληξης, καθώς η έκβασή της είναι από λίγο έως πολύ προβλέψιμη, όμως τα μηνύματα που καταφέρνει να περάσει μέσα από αυτήν, εκφράζουν απόλυτα την πραγματικότητα και την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.
Οι τρεις ήρωες εκπροσωπούμενοι από τρεις ταλαντούχους ηθοποιούς, ψυχογραφούνται μ' έναν πολύ όμορφο τρόπο, που αφήνει την κάθε ατομικότητα να διαγραφεί ξεχωριστά, αλλά που παράλληλα προωθεί και την εικόνα μιας ενιαίας παρέας νεαρών αντρών. Παράλληλα όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει κι ο χαρακτήρας της οδηγού των τριών φίλων, αυτός της μεσήλικης Claude (Isabelle de Hertogh), η οποία έχοντας το δικό της βεβαρυμένο παρελθόν, κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι της για να βοηθήσει τους τρεις φίλους μας να εκπληρώσουν τον στόχο τους. Ταυτόχρονα όμως, η παρουσία της, δίνει την δυνατότητα στον δημιουργό να εισάγει και το στοιχείο της Βαβέλ, καθώς η Claude, σε αντίθεση με τους Φλαμανδούς πρωταγωνιστές, ανήκει στους γαλλόφωνους κατοίκους του Βελγίου.
Αν λοιπόν ανήκετε στο σινεφίλ κοινό κι αυτή η ιδιότυπη κωμικο-τραγική ιστορία σας μοιάζει ενδιαφέρουσα, τότε σίγουρα θα βρείτε το αποτέλεσμα αξιοπρεπές. Χωρίς να μπορεί να συγκριθεί με τους υπέροχους "Άθικτους", αλλά ούτε και με τα μεταγενέστερα "Μαθήματα ενηλικίωσης", το "Hasta la vista" είναι μια όμορφη κι αισιόδοξη ιστορία τριών ανάπηρων ατόμων που πραγματοποιούν ένα ταξίδι ενηλικίωσης.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Βελγικο δράμα του 2011, βασισμένο σε ιδέα του Asta Philpot κι ιστορία του Mariano Vanhoof, σε σενάριο του Pierre De Clercq και σκηνοθεσία του Geoffrey Enthoven, διάρκειας 115 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Robrecht Vanden Thoren, Gilles De Schrijver, Tom Audenaert και Isabelle de Hertogh.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

21 Μαρτίου 2013

(2012) Άνεμος ψυχής

Πρωτότυπος τίτλος: Csak a szél
Αγγλικός τίτλος: Just the wind
Ελληνικός τίτλος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2012: Μονάχα ο άνεμος


Η υπόθεση
Μετά από μια σειρά στοχευμένων επιθέσεων που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε οικογενειών Ρομά, ο φόβος αρχίζει και κάνει εντονότερα την εμφάνισή του στην κοινωνία των Αθίγγανων. Η Mari (Katalin Toldi), μια γυναίκα Ρομά που ζει μαζί με την οικογένειά της στο δάσος κι αγωνίζεται να κερδίσει τίμια τα προς το ζην για την ίδια, τα παιδιά και τον πατέρα της, προσπαθεί να συνεχίσει κανονικά την ζωή της. Το ίδιο κάνουν και τα δυο παιδιά της, η έφηβη Anna (Gyöngyi Lendvai) κι ο μικρός Rió (Lajos Sárkány), ελπίζοντας σύντομα να συγκεντρώσουν τα χρήματα που χρειάζονται για να ταξιδέψουν στο Toronto και να επανενωθούν με τον πατέρα τους που βρίσκεται εκεί.

Η κριτική
Μέσα στο 2008-2009 πραγματοποιείται στην Ουγγαρία μια σειρά αιματηρών επιθέσεων σε σπίτια της κοινότητας των Ρομά, θύματα της οποίας υπήρξαν 55 άνθρωποι. Το αξιοπρόσεκτο σ' αυτήν την υπόθεση ήταν το γεγονός ότι τα άτομα που δέχτηκαν τις επιθέσεις δεν ανήκαν στην κατηγορία των "παρασίτων" της υπόλοιπης ουγγρικής κοινότητας, άλλα ήταν φτωχές οικογένειες τσιγγάνων, τα μέλη των οποίων προσπαθούσαν να ζήσουν τίμια, δουλεύοντας ή πηγαίνοντας σχολείο. Αν κι εκ πρώτης όψεως, η συγκεκριμένη πράξη βίας μοιάζει αδύνατον ν' απαντηθεί λογικά, η στόχευση οικογενειών που δεν ζουν σε γκέτο, όπως οι "Ρομά-παράσιτα", ήταν ο μόνος προσιτός στόχος της ακραίας ρατσιστικής αυτής ενέργειας.
Επηρεασμένος λοιπόν από τα πραγματικά αυτά γεγονότα που συνέβησαν στην χώρα του, ο ανερχόμενος Ούγγρος δημιουργός Benedek Fliegauf, ένιωσε την ανάγκη να γυρίσει μια ταινία στην οποία να εστιάζει στην ανάδειξη των ανθρώπων οι οποίοι υπήρξαν θύματα της βίαιης αυτής ενέργειας, στον καθημερινό ρατσισμό που αναγκάζονται να υπομένουν εντός κι εκτός της κοινότητάς τους, αλλά και στην κατάργηση των στερεοτύπων που παρουσιάζουν όλους τους Ρομά ως μια αυτόνομη κοινότητα που λειτουργεί πάντοτε ομαδικά και παρασιτεί στις διάφορες χώρες που ενίοτε κατοικεί.
Έτσι λοιπόν ο Fliegauf, καταγράφει με τον φακό του μια ημέρα από την ζωή τριών ανθρώπων της ίδιας οικογένειας, διαφορετικών όμως ηλικιακών ομάδων, καταφέρνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ν' αναδείξει όλες τις πτυχές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην καθημερινότητα ενός Ρομ. Μέσω της μάνας και της κόρης, παρουσιάζεται η σχέση που έχουν οι οικογένειες των τσιγγάνων με τον έξω κόσμο, αλλά κι η υγιής σχέση που μπορεί να κρατηθεί ανάμεσα σ' έναν Ρομ και την στερεοτυπική κοινότητα των "Ρομά-αποβλήτων". Μέσω του γιου όμως, ο οποίος βρίσκεται σε μια ηλικία που μπορεί εύκολα να παρασυρθεί, γίνεται εμφανής ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται και λειτουργεί το γκέτο των αθίγγανων.
Μέσω των τριών αυτών ατόμων συνεπώς, ο καλλιτέχνης καταφέρνει να παρουσιάσει μέσα στο έργο του τα σημάδια του ρατσισμού που κάνουν την εμφάνισή τους, εντός κι εκτός της κοινότητας των Ρομά, ν' αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα της Ουγγαρίας και στ' οποίο τα παιδιά Ρομά αποτελούν απλώς τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας, να παρουσιάσει την βοήθεια που ενδέχεται να δεχθούν, σε κάποιες περιπτώσεις, οι τσιγγάνοι και την εκτίμηση που δείχνουν σ' αυτούς που τους την προσφέρουν, όπως επίσης και την υγιή κι απόλυτα φυσιολογική αντίδρασή τους απέναντι στην καταπίεση και την κριτική που δέχονται συνεχώς.
Με την δημιουργία επομένως ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ που εκπληρώνει την ανάγκη του εμπνευστή του να τιμήσει τους ανθρώπους που χάθηκαν άδικα στις ρατσιστικές αυτές επιθέσεις, καταρρίπτοντας την άποψη που έχει γι' αυτούς μια μερίδα του ουγγρικού λαού, ότι δηλαδή ο θάνατός τους είναι ένα πρόβλημα λιγότερο στις ζωές τους, καταφέρνει να δικαιώσει την μνήμη τους.
Το ζήτημα βέβαια είναι ότι οι αργοί ρυθμοί, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός στοιχείου που προάγει εμφανώς την εξέλιξη της πλοκής και τα συνεχή γκρο-πλαν καθιστούν το συγκεκριμένο πόνημα δύσκολο να παρακολουθηθεί, ακόμα κι από το εν γένει σινεφίλ κοινό, καθώς από ένα σημείο κι έπειτα η έκβαση του δράματος κρίνεται απολύτως απαραίτητη για ν' αποκτήσει νόημα το υπόλοιπο σύνολο. Συνοπτικά λοιπόν, το έργο απευθύνεται κατά κύριο λόγο στο κοινωνικά ευαισθητοποιημένο σινεφίλ κοινό της πειραματικής βαλκανικής κινηματογραφίας, καθώς το θέμα του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ουγγρικό δράμα του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Benedek Fliegauf, διάρκειας 86 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Katalin Toldi, Gyöngyi Lendvai, Lajos Sárkány και György Toldi.

Οι σύνδεσμοι

19 Μαρτίου 2013

(2010) Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός

Πρωτότυπος τίτλος: Robert Mitchum est mort
Αγγλικός τίτλος: Robert Mitchum is dead


Η υπόθεση
Ο Franky Pastor (Pablo Nicomedes), ένας άσημος Γάλλος ηθοποιός, ακολουθεί τον μάνατζέρ του Arsène (Olivier Gourmet), έναν τρελό μεσήλικα που ζει με τους κανόνες της rock & roll μουσικής, σ' ένα road trip με προορισμό κάποιο φεστιβάλ στον Αρκτικό Κύκλο. Εκεί θα παρευρίσκεται ένας διάσημος σκηνοθέτης, ο οποίος αποτελεί ίσως, την μοναδική ευκαιρία των δυο ανδρών να γίνουν διάσημοι, καθώς είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει στον Franky την ευκαιρία να συμμετάσχει σε μια αμερικάνικη ταινία.

Η κριτική
"Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός" είναι μια αρκετά ιδιόμορφη ταινία που παρακολουθεί την πορεία προς το "άγνωστο" που πραγματοποιούν οι δυο διαταραγμένοι, ο καθένας μ' έναν δικό του μοναδικό τρόπο, ήρωες τις ιστορίας.
Από την μια ως κεντρικό ήρωα γνωρίζουμε τον αγαθό κι ευκολόπιστο ηθοποιό Franky Pastor, δημιούργημα του ατζέντη του Arsène, που δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και που παράλληλα μπορεί να κοιμηθεί μονάχα με την βοήθεια υπνωτικών χαπιών. Από την άλλη, ο δεύτερος ήρωας, ο μάνατζερ του Franky, είναι ένας αγράμματος αποτυχημένος μεσήλικας, που έχει εναποθέσει όλες του τις ελπίδες στο ταλέντο που πιστεύει ότι διαθέτει ο Franky κι ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, φυλά σαν κόρη οφθαλμού μια βαλίτσα που, όπως ο ίδιος αναφέρει, περιέχει τα μυστικά του σύμπαντος.
Στην πορεία του ιδιόρρυθμου αυτού rock & roll ταξιδιού, που ξεκινά με την πώληση μιας κιθάρας και την κλοπή ενός αμαξιού, θα κάνουν την εμφάνισή τους κι άλλοι εξίσου παράξενοι χαρακτήρες, οι οποίοι θα συμπορευτούν για λίγο ή και για πολύ, μαζί με το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Έτσι λοιπόν στην περιπέτειά τους θα τους συνοδέψει ένας Αφροαμερικανός μουσικός που αναζητά ένα καλύτερο μέλλον και μοιάζει να είναι μοιραίο οι τρεις τους να συναντηθούν, μια Πολωνή φοιτήτρια σχολής κινηματογράφου που θα ερωτευτεί τον Franky και μαζί με όλη την υπόλοιπη σχολή θα τον βοηθήσουν να γυρίσει ένα δοκιμαστικό βίντεο και τέλος, μια αιθέρια ύπαρξη που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί "μοιραία γυναίκα" κι η οποία θα είναι κι ο τελευταίος άνθρωπος που θα βοηθήσει ουσιαστικά τους πρωταγωνιστές να πλησιάσουν στον στόχο τους.
Δίνοντας την αίσθηση μιας ταινίας που αποτελεί περισσότερο έναν φόρο τιμής σ' ένα σινεμά παλαιότερων εποχών, όχι όμως κάποιου συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους, το "Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός" μέσω μιας rock & roll διάθεσης, καταφέρνει να κάνει αναφορές στο φιλμ νουάρ, στο western, στις ταινίες του David Lynch, στις ταινίες δρόμου, στα B-movies, κ.α..
Η φωτογραφία της ταινίας δε, αλλά κι οι ερμηνείες των ηθοποιών μοιάζουν όντως να είναι βγαλμένες από άλλη εποχή, συμβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην δημιουργία μιας συγκεκριμένης αισθητικής. Η όλη διαδρομή των δυο ηρώων όμως, είναι αρκετά αργόσυρτη και κουραστική και νόημα μοιάζει ν' αποκτά μονάχα στο τέλος, όταν επιτέλους ο Franky κι ο Arsène καταφέρνουν να εντοπίσουν και να συναντήσουν τον πολυπόθητο Sarrineff (Nils Utsi).
Με την επιλογή έτσι μιας αργής εξέλιξης της πλοκής, οι Olivier Babinet και Fred Kihn έχουν δημιουργήσει ένα καθαρά σινεφίλ road trip movie, που απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους νοσταλγούς ενός παλαιότερου κι ίσως αυθεντικότερου τρόπου κινηματογράφησης και διαβίωσης.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2010, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Olivier Babinet και Fred Kihn, διάρκειας 91 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Pablo Nicomedes, Olivier Gourmet, Bakary Sangaré, Ewelina Walendziak, Wojciech Pszoniak, Danuta Stenka και Nils Utsi.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

12 Μαρτίου 2013

(2012) Η επίθεση

Πρωτότυπος τίτλος: L' attentat
Αγγλικός τίτλος: The attack


Η υπόθεση
Ο αραβικής καταγωγής Amin Jaafari (Ali Suliman) έχει καταφέρει να χτίσει μια πετυχημένη καριέρα ως χειρούργος στο Ισραήλ. Ο κόσμος του όμως διαλύεται όταν πληροφορείται ότι η σύζυγός του βρέθηκε νεκρή μετά από μια βομβιστική επίθεση για την οποία ευθύνεται η ίδια. Αρνούμενος να πιστέψει τις εξωφρενικές κατηγορίες, ανακαλύπτει αδιάσειστα στοιχεία για την ενοχή της και ξεκινά ένα ταξίδι στην γενέτειρά του, με σκοπό να καταλάβει τους λόγους που την οδήγησαν στην εγκληματική αυτή πράξη.

Η κριτική
Βλέποντας κανείς την νέα ταινία του λιβανέζικης καταγωγής Ziad Doueiri σίγουρα μαγεύεται από την απλότητα και την ειλικρίνεια με την οποία παρουσιάζεται πλήρως απογυμνωμένος ο ακατανόητος, για εμάς τους Δυτικούς, πόλεμος ανάμεσα στους δυο αιώνιους εχθρούς, τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους.
Με την επιλογή ενός άντρα αραβικής καταγωγής, στον οποίο έχει δοθεί η ευκαιρία να μορφωθεί, να κάνει καριέρα χειρούργου στο Ισραήλ και που παράλληλα έχει κερδίσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη της τοπικής ιατρικής κοινότητας, τίθενται οι βάσεις για ένα έργο στο οποίο ερευνώνται τα επιχειρήματα και των δυο πλευρών, αφού ο σκεπτόμενος θεατής ταυτίζεται με τον σκεπτόμενο ήρωα, ο οποίος θα βρεθεί άθελά του μέσα σ' αυτήν τη διαμάχη που συνειδητά έχει επιλέξει ν' αγνοεί.
Ως βάση επίσης για την εξέλιξη της ιστορίας, θα δούμε ότι θα χρησιμεύσει η σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον Amin και την σύζυγό του. Μια σχέση στην οποία, παρά τα έντονα συναισθήματα και τον κοινό βίο, ο καθένας κατάφερε να διατηρήσει ακέραια τα πιστεύω του και την προσωπική του ελευθερία, αλλά κι η οποία όπως βλέπουμε λειτουργεί ως καταφύγιο για τον ήρωα μας, καθώς συνεχώς ανατρέχει στις αναμνήσεις του και σε φανταστικούς διαλόγους με την αγαπημένη του. Έτσι, ανάγοντας την ιστορία στη σφαίρα των ανθρωπίνων σχέσεων και με την απουσία ενός πολιτικού υπόβαθρου, ο θεατής βρίσκεται πλέον στην κατάλληλη θέση να δεχτεί μαζί με τα επιχειρήματα του "πολιτισμένου" Ισραήλ κι αυτά της "απολίτιστης" και "φανατισμένης" Παλαιστίνης.
Από σκηνοθετικής απόψεως, ο Doueiri έχει καταφέρει ν' αναδείξει με πολύ όμορφο τρόπο το επίφοβο Μεσανατολικό ζήτημα. Απλός και περιεκτικός, εκμεταλλεύεται κατάλληλα τον κινηματογραφικό χρόνο, αποφεύγει να περιττολογήσει και προβάλει μόνο ό,τι κρίνεται απαραίτητο για να προωθηθεί η πλοκή. Όσο για την παρεμβολή των σκηνών, στις οποίες ο πρωταγωνιστής είτε συνομιλεί με την αποθανούσα, είτε ανασύρει μνήμες, παρόλο που δεν υπάρχει κάτι χαρακτηριστικό που να τις διαχωρίζει από την πραγματικότητα, η λειτουργία τους είναι συμπληρωματική κι απόλυτα ταιριαστή, χωρίς ο θεατής να χάνεται ανάμεσα σε παρόν-παρελθόν και πραγματικότητα-φαντασία.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν έτσι ότι κύριο μέλημα του έργου είναι η παράθεση και των δυο πλευρών ενός νομίσματος, χωρίς να προωθείται περισσότερο μια εξ αυτών, η ταινία αποτελεί μια πολύ καλή πρόταση για όσους θα ήθελαν ν' ανακαλύψουν τις αιτίες πίσω από τις πολύνεκρες επιθέσεις αυτοκτονίας που σημειώνονται διαρκώς στις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Λιβανέζικο δράμα του 2012, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Yasmina Khadra, σε σενάριο των Ziad Doueiri και Joelle Touma και σκηνοθεσία του Ziad Doueiri, διάρκειας 102 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Ali Suliman, Reymond Amsalem και Evgenia Dodena.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

6 Μαρτίου 2013

(2012) Το πρόσωπο της ομίχλης

Πρωτότυπος τίτλος: В тумане (V tumane)
Αγγλικός τίτλος: In the fog


Η υπόθεση
Στην Σοβιετική Ένωση του 1942, ενώ η χώρα βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή, δυο μέλη της αντίστασης, επισκέπτονται το σπίτι της οικογένειας του Sushenya (Vladimir Svirskiy) και παίρνουν μαζί τους τον νεαρό άντρα, με σκοπό να τον σκοτώσουν ως τιμωρία για την προδοσία που πιστεύεται ότι διέπραξε και που οδήγησε στην κρεμάλα τους τρεις αντιστασιακούς συνεργάτες του. Λίγο πριν την δολοφονία του όμως, οι τρεις άντρες δέχονται επίθεση με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Burov (Vladislav Abashin) κι ο Sushenya, με την συνοδεία του Voitik (Sergei Kolesov), θα πάρει την απόφαση να μεταφέρει τον μισο-πεθαμένο Burov εκεί που θα του ζητηθεί.

Η κριτική
Ο Sergei Loznitsa στηριζόμενος σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Vasili Bykov, στην δεύτερη ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί, αποπειράται ν' αποδώσει όσο το δυνατόν πιστότερα το ηθικό δράμα που βίωσαν οι απλοί άνθρωποι που έζησαν την βιαιότητα της γερμανικής κατοχής.
Επιλέγοντας ως ήρωες τρεις άκρως διαφορετικούς χαρακτήρες, των οποίων τις ιστορίες θα δούμε να παρεμβάλλονται με την μορφή ιντερλούδιου κατά την διάρκεια εξέλιξης της πλοκής, εμπλουτίζοντας τοιουτοτρόπως την μακρόσυρτη πορεία των ηρώων προς μια "άγνωστη" κατεύθυνση, ο Loznitsa προσπαθεί να αναδείξει όλες τις ανθρώπινες φιγούρες που συμμετείχαν ενεργά ή μη στον αγώνα των αντιστασιακών.
Ως κεντρικό ήρωα έτσι, γνωρίζουμε τον Sushenya, έναν άντρα που έχει αδικηθεί από τον περίγυρό του, αλλά κι από τον ίδιο του τον εαυτό, ο οποίος σταδιακά οδεύει προς την αγιοποίησή του, καθώς το ηθικό του σθένος ξεπερνά το έμφυτο ένστικτο της επιβίωσης και τον υποχρεώνει να κρατήσει έναν ακέραιο χαρακτήρα ακόμα κι απέναντι σε έναν άνθρωπο που πρόθυμα θα τον θανάτωνε. Έπειτα παρουσιάζεται ο χαρακτήρας του Burov, ενός αντιστασιακού, που αρνείται ν' αφήσει την πατρίδα του στα χέρια ανάξιων ανδρών, χωρίς έστω να δώσει τον δικό του αγώνα να υπερασπιστεί αυτά που ανήκουν στον λαό του και τέλος, μας συστήνεται ο Voitik, ένα εγωκεντρικό πλάσμα που δίνει την αίσθηση ότι τυχαία βρέθηκε να υπηρετεί την αντίσταση.
Μέσα από την συνάντηση των τριών αυτών ανδρών και την πορεία τους στα ομιχλώδη δάση των δυτικών συνόρων της Σοβιετικής Ένωσης, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια προσπάθεια απεικόνισης της εμπόλεμης υπαίθρου, μέσα από ένα θρησκευτικό πρίσμα, στο οποίο ο πρωταγωνιστής προσομοιώνεται με τον Χριστό που εδώ, αντί να κουβαλά στον Γολγοθά του ένα σταυρό, κουβαλά με απαράμιλλη υπομονή τον παρ' ολίγον δολοφόνο του. Ταυτόχρονα όμως κι οι δυο αντάρτες μοιάζουν να αναπαριστούν τους δυο ληστές της Σταύρωσης.
Με την ιστορία του Burov να προηγείται, αυτή του Sushenya ν' ακολουθεί και του Voitik να κλείνει τον κύκλο των αναδρομών, είναι σαν να παρουσιάζεται στον θεατή η εικόνα της Σταύρωσης, όπου στην μέση βρίσκεται ο Μεσσίας, εκ δεξιών ο καλός κι εξ αριστερών ο κακός ληστής. Παρόλο το συμβολισμό της όμως, οι ρυθμοί της ταινίας είναι βασανιστικά αργοί, χωρίς παράλληλα η φωτογραφία της να εξισορροπεί στο ελάχιστο την αραιή αφηγηματική της, γεγονός που αφήνει τον θεατή να χαθεί στις σκέψεις του και δεν τον κρατά ενεργό κατά την διάρκειά της, κάνοντας έτσι την παραγωγή στο σύνολό της να μοιάζει ανούσια και ξεπερασμένη.
Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν "Το πρόσωπο της ομίχλης" προτείνεται κυρίως στο φεστιβαλικό κοινό των κινηματογραφικών αιθουσών, καθώς δύσκολα θα εκτιμηθεί ακόμα κι από το εν γένει σινεφίλ κοινό.

Βαθμολογία: 1/5

Τα σχετικά
Ρώσικο δράμα του 2012, βασισμένο σε μυθιστόρημα του Vasili Bykov, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Sergei Loznitsa, διάρκειας 127 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Vladimir Svirskiy, Vladislav Abashin και Sergei Kolesov.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

4 Μαρτίου 2013

(2012) Χαμένος παράδεισος

Πρωτότυπος τίτλος: Tabu
Ελληνικός τίτλος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2012: Σαν σε όνειρο


Η υπόθεση
Η Pilar (Teresa Madruga) είναι μια καλοκάγαθη γυναίκα που προσπαθεί συνεχώς να φαίνεται χρήσιμη, αλλά και να χαροποιεί, τους ανθρώπους που την περιβάλλουν. Η κύρια έννοια της Pilar όμως, είναι η ηλικιωμένη γειτόνισσά της, η Aurora (Laura Soveral), η οποία φαίνεται να έχει χάσει τα λογικά της, είναι εξαρτημένη από τα τυχερά παιχνίδια κι έχει μια ιδιότυπη σχέση με την κόρη της. Όταν κάποια στιγμή η Aurora φτάσει κοντά στον θάνατο, θα ζητήσει από την Pilar και την υπηρέτριά της, την Santa (Isabel Muñoz Cardoso), να εντοπίσουν και να καλέσουν κοντά της έναν άγνωστο άνδρα που ακούει στ' όνομα Gian Luca Ventura (Henrique Espírito Santo), ο οποίος και θ' αφηγηθεί στις δυο γυναίκες την ιστορία του ίδιου και της Aurora.

Η κριτική
Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του πολυτάλαντου Miguel Gomes αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για το σινεφίλ κοινό, καθώς μέσα από την αντιπαραβολή των δυο μερών στα οποία είναι χωρισμένη, παρουσιάζεται λιτά κι ωστόσο εξαίσια η διαφορά ανάμεσα στο σημερινό σουρεαλιστικό κόσμο στον οποίο κατοικούμε και σ' έναν παράδεισο που έχει παρέλθει κι έχει υπάρξει σ' έναν τόπο πολύ μακρινό και πολύ διαφορετικό απ' τον δικό μας.
Παραπέμποντας με τον τίτλο του στο ομώνυμο έργο ("Tabu") του F. W. Murnau, ο Gomes αποδίδει έναν φόρο τιμής στον μεγάλο Γερμανό δημιουργό, χρησιμοποιώντας όμως τις ενότητες του "Παραδείσου" και του "Χαμένου παραδείσου" με αντίστροφη σειρά απ' αυτή που προτιμά ο Murnau στην ταινία του 1931.
Ξεκινώντας με μια σουρεαλιστική προλογική σκηνή, την οποία παρακολουθεί η Pilar σε μια άδεια κινηματογραφική αίθουσα, ο Gomes, καταφέρνει μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ν' αποδώσει τα κύρια στοιχεία του ψυχισμού αυτής της μεσήλικης γυναίκας, η οποία έχει επιλέξει ν' αναλάβει τον ρόλο ενός απλού παρατηρητή των ζωών των γύρω της. Με τον ίδιο μεστό τρόπο λοιπόν, ο σκηνοθέτης, συνεχίζει να παρουσιάζει έναν στυλιζαρισμένο και κουραστικό "Χαμένο παράδεισο" στην Λισαβόνα των Χριστουγέννων του 2010. Οι σκηνές μακρόσυρτες, ακαταλαβίστικες πολλές φορές, οι μονόλογοι τεράστιοι και κενοί, όπως κι η ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα κι ο θεατής προβληματισμένος και χαμένος στις δικές του σκέψεις να προσπαθεί να κατανοήσει τον λόγο και την εικόνα που παρακολουθεί.
Εκεί λοιπόν, είναι που κάνει την εμφάνισή του ο μυστηριώδης άνδρας από το παρελθόν της Aurora, ο Gian Luca Ventura, ο οποίος με την αφήγησή του θα δώσει χρώμα στην μουντή καθημερινότητα του σήμερα. Χωρίς το παραμικρό ίχνος διαλογικού μέρους, παρά μόνο με την voice off αφήγηση του Ventura, το κοινό θα κλιθεί να παρακολουθήσει μια ιστορία αγάπης, με διάρκεια όχι μεγαλύτερη του ενός έτους, η οποία άλλαξε σταδιακά τις ζωές και τις προσδοκίες των δυο εραστών.
Μέσω μιας εκπληκτικής σκηνοθεσίας, που χρησιμοποιεί το ανούσιο πρώτο μέρος ως "σκαλοπάτι" για ν' αναδείξει ακόμα περισσότερο το "παραδεισένιο" κι ωστόσο αληθοφανές δεύτερο μέρος της, ο "Χαμένος παράδεισος" καταφέρνει μέσα από την απλή εξιστόρηση μιας ανάμνησης, όμοια με ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου, να παρασύρει τον θεατή σ' ένα υπέροχο ταξίδι που αναβιώνει ως ένα βαθμό την μαγεία που κρύβει η εικόνα του βωβού σινεμά. Σαν παιχνίδι ανάμεσα στο χτες και το σήμερα, τα δυο μέρη βρίσκονται σε συνεχή διάλογο, ωθώντας τον θεατή ν' ανατρέχει και ν' αναθεωρεί συνεχώς τα όσα έχει παρακολουθήσει κατά την διάρκεια του πρώτου μισού.
Συμπληρώνοντας επίσης την αφήγηση, με ήχους που προέρχονται από το φυσικό περιβάλλον ή με μουσικές που κάνουν τον θεατή ν' αναπολήσει περασμένες δεκαετίες, ο Miguel Gomes, κάνει το έργο του να μοιάζει πλήρες μέσα στην απλότητά του. Συνεπώς, ο "Χαμένος παράδεισος" αποτελεί μια ιδανική πρόταση για το σινεφίλ κοινό, που εκτιμά την άμεση και διαφορετική ματιά ενός εναλλακτικού σκηνοθέτη.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Πορτογαλικό δράμα του 2012, σε σενάριο των Miguel Gomes και Mariana Ricardo και σκηνοθεσία του Miguel Gomes, διάρκειας 118 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Laura Soveral, Teresa Madruga, Isabel Muñoz Cardoso, Henrique Espírito Santo, Ana Moreira, Carloto Cotta, Manuel Mesquita και Ivo Müller.

Τα σχετικά

27 Φεβρουαρίου 2013

(2011) Man at sea

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Man at sea


Η υπόθεση
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πετρελαιοφόρου Sea Voyager, ο καπετάνιος του Άλεξ (Aντώνης Καρυστινός) θα σώσει μια ομάδα νεαρών ναυαγών μουσουλμανικής καταγωγής, αγνοώντας τις εντολές που του δίνει από τον ασύρματο η ιδιοκτήτρια εταιρεία. Μετά από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών να οδηγήσει σε στέρεο έδαφος τους φιλοξενούμενούς του και με την ένταση ανάμεσα στους "λαθρεπιβάτες" και το πλήρωμά του ν' αυξάνεται συνεχώς, ο Άλεξ βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του, τον προ τετραετίας μυστηριώδη χαμό του γιου του και την σκιά του ίδιου του του εαυτού που υψώνεται απειλητικά απέναντί του.

Η κριτική
Η νέα ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη παραγωγή, καθώς πραγματεύεται μ' έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο το σοβαρό μεταναστευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι αναπτυγμένες χώρες και κυρίως η Ελλάδα. Μέσω ενός άκρατου συμβολισμού που αντιπροσωπεύει με μεγάλη πληρότητα την ισχύουσα κατάσταση, ο δημιουργός ωθεί τον θεατή του να φέρει στην επιφάνεια το ρατσιστικό θηρίο που κρύβει μέσα του, ν' αναγνωρίσει την ύπαρξή του και να πορευτεί μ' αυτό επιλέγοντας ο ίδιος την κατεύθυνση που θέλει ν' ακολουθήσει.
Κατά την έναρξη του έργου, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εικόνα ναυαγίου και με πολλούς νεαρούς μουσουλμάνους να θαλασσοπνίγονται, καθώς το πλοίο στο οποίο επέβαιναν έχει ναυαγήσει. Για καλή τους τύχη βέβαια, όσοι εκ των ναυαγών έχουν καταφέρει να επιβιώσουν διασώζονται από ένα πλοίο, του οποίου το πλήρωμα είναι, στην πλειοψηφία, του ελληνικής καταγωγής. Ο καπετάνιος, παραβαίνοντας τις απάνθρωπες εντολές της πλοιοκτήτριας εταιρείας που τον διατάσσει να μην τους ανεβάσει στο πλοίο, δρα με βάση την συνείδησή του, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει γρήγορα να ξεφορτωθεί το "φορτίο" που με δική του ευθύνη αναλαμβάνει να μεταφέρει. Όσο όμως οι προσπάθειές του καταλήγουν στο κενό, τόσο αυξάνεται η απόγνωση των μελών του πληρώματος, αλλά και των "λαθραίων" επιβατών κι η σύγκρουση ανάμεσά τους δεν αργεί να έρθει.
Παραλληλίζοντας φανερά λοιπόν το βυθισμένο πλοίο με τις κατεστραμμένες μουσουλμανικές χώρες του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Ιράν, του Ιράκ, κ.α. που έχουν αφήσει τους πολίτες τους να πνίγονται και το Sea Voyager με το ελληνικό κράτος που "απερίσκεπτα" δέχτηκε να βοηθήσει τους ανθρώπους αυτούς και τώρα δεν μπορεί να τους διώξει, γιατί κανένας άλλος δεν αναλαμβάνει να τους δεχτεί, ο Γιάνναρης απεικονίζει ρεαλιστικά το αδιέξοδο στο οποίο έχει βυθιστεί σταδιακά η χώρα κι εγείρει ερωτήματα φιλοσοφικά που αντιπαραθέτουν την έμφυτη ανάγκη για επιβίωση κι επικράτηση του ισχυρότερου και την ουμανιστική αντίληψη ότι όλοι είμαστε παιδιά ενός Θεού.
Χωρίς να ωραιοποιεί τις καταστάσεις, ο δημιουργός του "Man at sea" κάνει τον θεατή του να αισθανθεί άβολα με τον ίδιο του τον εαυτό, όταν τον ωθεί να λάβει θέση απέναντι στο ζήτημα αυτό, παρουσιάζοντάς του τα θύματα ως ανθρώπους με βούληση, που αντί να ευγνωμονούν τους σωτήρες τους, απαιτούν από εκείνους να τους βοηθήσουν να σωθούν και δυσανασχετούν όταν τους ανακοινώνεται ότι αντί της Ευρώπης το μέλλον τους πιθανώς και να είναι κάπου στην Αφρική. Και ταυτόχρονα αυτή η φωνή από τον ασύρματο που συνεχώς πιέζει τον πρωταγωνιστή να δώσει μια λύση στο πρόβλημα, πιέζει και τον θεατή να επιλέξει ανάμεσα στην καλή και την κακή του πλευρά, δημιουργώντας του έναν εκνευρισμό από τον οποίο είναι αδύνατον να ξεφύγει.
Η δευτερεύουσα ιστορία με την γυναίκα του καπετάνιου και τον χαμένο τους γιο, αν και προσωπικά μου φάνηκε περιττή κι αρκετά κουραστική, καθώς προσεγγίζεται με στυλιζαρισμένους διαλόγους, ενισχύει την εσωτερική σύγκρουση του πρωταγωνιστή και παρουσιάζει τα προσωπικά βάρη που φέρει, από τα οποία ο ίδιος έχει την ανάγκη να εξιλεωθεί.
Φέρνοντας στην επιφάνεια λοιπόν ερωτήματα που δεν είναι δυνατόν ν' απαντηθούν σ' ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά αποτελούν βορά για στοχασμό, το "Man at sea" αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση για το σινεφίλ κοινό του ελληνικού κινηματογράφου, με έφεση σε ταινίες κοινωνικού περιεχομένου κι την ανάγκη ν' αποδεχτεί όλα τα κομμάτια που συντελούν την προσωπικότητά του.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2011, σε σενάρο και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, διάρκειας 92 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τους Aντώνη Καρυστινό, Θεοδώρα Τζήμου, Στάθη Παπαδόπουλο, Νίκο Τσουράκη, Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Θανάση Ταταύλαλη, Κωνσταντίνο Σειραδάκη, Rahim Rahimi και Chalil Ali Zada.

Οι σύνδεσμοι

14 Φεβρουαρίου 2013

(2012) Παράδεισος του έρωτα

Πρωτότυπος τίτλος: Paradies: Liebe
Αγγλικός τίτλος: Paradise: Love



Η υπόθεση
Η Teresa (Margarete Tiesel) είναι μια μεσήλικη γυναίκα από την Αυστρία, η οποία επισκέπτεται την Κένυα για διακοπές. Κατά την παραμονή της εκεί θα συναντήσει τον έρωτα στα πρόσωπα των νεαρών Αφρικανών που πολιορκούν τους τουρίστες στις παραλίες της Κένυας, προσπαθώντας να τους πουλήσουνε διάφορα μικροπράγματα κι αναζητούν λευκές ερωμένες, με αντάλλαγμα το χρήμα.

Η κριτική
Η πρώτη ταινία της τριλογίας του "Παραδείσου" που ετοιμάζεται να συμπληρώσει με δυο συνέχειες ο πολλά υποσχόμενος Αυστριακός σκηνοθέτης Ulrich Seidl, πραγματεύεται εδώ το θέμα του έρωτα. Ως κεντρικό πρόσωπο, γνωρίζουμε την Terassa, μια μοναχική 50χρονη γυναίκα, που δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ελάχιστο στα διεθνή πρότυπα ομορφιάς. Με την απόφασή της να ταξιδέψει στην Κένυα, η ηρωίδα γίνεται η αφορμή να παρουσιαστεί το εναλλακτικό, αλλά πολύ διαδεδομένο στις αφρικανικές χώρες, είδος του σεξουαλικού τουρισμού.
Στην Κένυα, κατά μήκος των πανέμορφων παραλιών είναι πολύ συχνό φαινόμενο η παρουσία μικρο-εμπόρων, των λεγόμενων "beach boys", οι οποίοι εκτός από το να πουλούν την πραμάτεια τους, επιδιώκουν την σύναψη σχέσεων με διάφορες μεσήλικες Ευρωπαίες τουρίστριες, με αντάλλαγμα διάφορα δώρα ή χρηματικές απολαβές. Οι γυναίκες αυτές είναι γνωστές με την ονομασία "sugar mamas" κι εν μέρει εν αγνοία της, εν μέρει εν γνώση της, "sugar mama" θα γίνει κι η πρωταγωνίστρια.
Ξεκινώντας ο θεατής να παρακολουθεί το ιδιόμορφο αυτό φιλμ, το πρώτο πράγμα που παρατηρεί είναι η πολιτισμικά τριτοκοσμική κατάσταση που υπάρχει σ' έναν παραδεισένιο μορφολογικά τόπο. Άνθρωποι χωρίς καμία αξιοπρέπεια, που δέχονται να γίνουν σεξουαλικά αντικείμενα αποκρουστικών γυναικών, που υπομένουν τον εξευτελισμό χωρίς να λένε κουβέντα, που προσπαθούν με ψέματα να εξασφαλίσουν κάποιο χρηματικό ποσό και που θεωρούν τα λεφτά και τις ευρωπαϊκές χώρες ως την μοναδική ευκαιρία να βγουν απ' την μιζέρια που είναι υποχρεωμένοι να ζουν.
Στα μάτια των ανθρώπων αυτών λοιπόν, ο έρωτας των μεσήλικων γυναικών προς το πρόσωπό τους αποτελεί με άλλα λόγια το εισιτήριό τους για τον παράδεισο κι αντίστοιχα, η αναζωογόνηση που προσφέρει ο έρωτάς τους στις λευκές τουρίστριες λειτουργεί θαυματουργά στην ψυχολογία τους. Όντας όμως σχέσεις άκρως επιφανειακές κι απέχοντας πολύ από το αγνό, ειλικρινές κι ουσιαστικό συναίσθημα του πραγματικού έρωτα, είναι καταδικασμένες ν' αποτύχουν. Βλέποντας λοιπόν, τον συμβιβασμό και την ανοχή και των δυο πλευρών, γεννάται στον θεατή ένα αίσθημα λύπησης προς άπαντες τους ήρωες.
Προσπαθώντας προφανώς, να θίξει ένα κοινωνικό φαινόμενο, απαράδεκτο κατά την προσωπική μου άποψη, ο Ulrich Seidl, δημιουργεί μια ταινία που βρίσκεται στα όρια του ντοκιμαντέρ και των ταινιών μυθοπλασίας. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα βάση που έχει την δυνατότητα να εξελιχθεί σ' ένα εξίσου ενδιαφέρον έργο, ο "Παράδεισος του έρωτα" αποτυγχάνει ως πείραμα, καθώς παρά τις ρεαλιστικές ερμηνείες και την σπάνια θεματική του, αναλώνεται στην αναπαραγωγή μιας σειράς επεισοδίων που καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Χωρίς να προσφέρει λοιπόν, κάτι παραπάνω από την απλή προβολή μιας άγνωστης σ' εμάς και συνάμα θλιβερής κατάστασης κι επειδή θεωρώ προτιμότερη την άμεση κι ειλικρινή προσέγγιση τέτοιων κοινωνικών θεμάτων με την μορφή ντοκιμαντέρ, θα έλεγα ότι αποτελεί μια ευκαιρία για το σινεφίλ κοινό να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του τουρισμού στις τριτοκοσμικές χώρες.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Αυστριανό δράμα του 2012, σε σενάριο των Ulrich Seidl και Veronika Franz και σκηνοθεσία του Ulrich Seidl, διάρκειας 120 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Margarete Tiesel, Peter και Kazungu.

Οι σύνδεσμοι

29 Ιανουαρίου 2013

(2012) No

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: No


Η υπόθεση
Το 1988 διεξάγεται στην Χιλή ένα δημοψήφισμα που, στην περίπτωση που οι πολίτες της χώρας ψηφίσουν υπέρ, θα νομιμοποιήσει το δικτατορικό καθεστώς του Augusto Pinochet. Τα μέλη της αντιπολίτευσης, στην προσπάθειά τους να παροτρύνουν τον λαό να ψηφίσει κατά, θα οργανώσουν μια διαφημιστική καμπάνια, με επικεφαλή τον νεαρό κι ανοιχτόμυαλο René Saavedra (Gael García Bernal), ο οποίος θα προτείνει μια πιο ανάλαφρη κι ευχάριστη εκστρατεία. Στον λιγοστό χρόνο που διαθέτει η πλευρά του "Όχι", θα καταφέρει ν' ανατρέψει την πολιτική κατάσταση της χώρας;

Η κριτική
Ένας νεαρός μαρκετίστας, ο René Saavedra, μαζί με πολλούς συμπολίτες του, ονειρεύεται μια χώρα ελεύθερη, χωρίς λογοκρισία, όπου τα όνειρα του καθενός θα μπορούσαν να υλοποιηθούν κι οι πολίτες της θα σέβονταν ο ένας τον άλλο. Η διαφορετική ματιά όμως, με την οποία αντιλαμβάνεται τα πράγματα είναι κι αυτή που θα τον οδηγήσει να προτείνει στην πλευρά του "Όχι" μια καμπάνια ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη για την εποχή, με την οποία είτε θα ανατραπεί το δικτατορικό καθεστώς του Pinochet, είτε οι ίδιοι θα ηττηθούν κατά κράτος.
Με σύμβολο το ουράνιο τόξο και με την προβολή χαμογελαστών προσώπων, ο νεαρός Saavedra, αφήνει πίσω το βάρβαρο παρελθόν των νεκρών κι εξαφανισμένων ανθρώπων κι επικεντρώνεται σ' ένα εξιδανικευμένο και δυτικοποιημένο μέλλον, προβάλλοντας στους πολίτες της Χιλής το αμερικάνικο όνειρο, ένα πρότυπο ζωής που είναι αδύνατον να υπάρξει σ' ένα οποιοδήποτε πολίτευμα καταπίεσης. Αξίζει όμως εδώ να κάνουμε μια αναδρομή στα ιστορικά γεγονότα, που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που, εν έτει 1988, η καμπάνια του "Όχι" είχε ελπίδες να πείσει μόνο αν λειτουργούσε ως "διαφήμιση".
Το 1973, ενώ η χώρα βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο, ο Augusto Pinochet κατέλαβε την κυριαρχία της Χιλής με πραξικόπημα. Όπως είναι φυσικό βέβαια, κατά την διάρκεια των αναταραχών, αλλά και των χρόνων όπου κυβέρνησε την χώρα, χιλιάδες Χιλιανοί θανατώθηκαν κι εξαφανίστηκαν. Το ζήτημα όμως είναι ότι, 15 χρόνια μετά, τα γεγονότα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, για ένα μεγάλο μέρος του λαού, κι οι πολίτες έχουν συμβιβαστεί και προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Δεδομένου ότι κι ο Pinochet με την σειρά του, έχει βγάλει τα στρατιωτικά και λειτουργεί πλέον ως πολιτικός περισσότερο, είναι λογικό εικόνες κι αναμνήσεις των αιματηρών γεγονότων ν' αδυνατούν να πείσουν, μετά από τόσα χρόνια, αυτό το μερίδιο του λαού. Για πολλούς, ό,τι έγινε, έγινε κι η ελευθερία της βούλησης συνδέεται άμεσα με την οικονομική ύφεση που οδήγησε σε πραξικόπημα.
Φυσικά στην συγκεκριμένη ταινία, αναπτύσσεται η πτώση του Pinochet, όμως η θεματική της αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, καθώς η Χιλή αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα των εκατοντάδων χωρών που έζησαν την βία ενός δικτατορικού καθεστώτος. Επίσης, η ανελευθερία που επέφερε σε διάφορους τομείς η δικτατορία, δεν διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από την ανελευθερία που φέρνει, εκ νέου, η σύγχρονη οικονομική ύφεση, κάτι που κάνει το θέμα της εκτός από καθολικό κι επίκαιρο.
Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα διάφορα ντοκουμέντα, αλλά κι η εξέλιξη της ιστορίας, θυμίζει κατά πολύ home-made-video της εποχής. Το "No", γυρισμένο με κάμερα στο χέρι, δημιουργεί μια αίσθηση ντοκιμαντέρ και με την πιστή αναπαράσταση της εποχής, αποπειράται να υπενθυμίσει ή να μεταφέρει σε παλαιούς και νέους θεατές το κλίμα της περιόδου. Με την συνοδεία άκρως ρεαλιστικών ερμηνειών και τη δημιουργία μιας αισιόδοξης κι ευχάριστης ατμόσφαιρας, η ταινία αποτελεί μια ιδανική πρόταση για το σινεφίλ, πολιτικοποιημένο και μη, κοινό.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Χιλιανό δράμα του 2012, βασισμένο σε θεατρικό του Antonio Skármeta, σε σενάριο του Pedro Peirano και σκηνοθεσία του Pablo Larraín, διάρκειας 118 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Gael García Bernal, Antonia Zegers, Pascal Montero, και Alfredo Castro.

Οι σύνδεσμοι

28 Ιανουαρίου 2013

(2012) Μετά τη Λουτσία

Πρωτότυπος τίτλος: Después de Lucia
Αγγλικός τίτλος: After Lucía


Η υπόθεση
Έξι μήνες μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Roberto (Hernán Mendoza) παίρνει την απόφαση να μετακομίσει μαζί με την έφηβη κόρη του, Alejandra (Tessa Ia), στην πόλη του Μεξικό, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να ξαναφτιάξει τις ζωές και των δυο τους. Εκεί, η Alejandra δεν θ' αργήσει να γίνει αποδεκτή από τους νέους της συμμαθητές, όμως σχετικά σύντομα η καινούργια της παρέα θα μετατραπεί σε μια ομάδα τραμπούκων κι η ίδια σε θύμα αυτής.

Η κριτική
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Μεξικανού σκηνοθέτη Michel Franco, είναι ένα δράμα που ξεκινά δίνοντας την αίσθηση ότι η θεματική της αφορά στην απώλεια. Κατά την διάρκεια εξέλιξής της βέβαια, θ' αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι η απώλεια λειτουργεί ως αφορμή για την σταδιακή παρουσίαση του πραγματικού άξονα, γύρω από τον οποίο κινείται η ιστορία, δηλαδή την βία στις διάφορες κοινωνικές ομάδες.
Η επιλογή του δημιουργού της επίσης, να δώσει στην ταινία του έναν τίτλο που θα περιέχει το όνομα ενός ατόμου που δεν συμμετέχει ενεργά στην δράση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Η Lucía με τον θάνατό της, σφραγίζει τις ζωές των ατόμων που μένουνε πίσω και παρά την φυσική απουσία της, νοητικά υπάρχει σε κάθε σκέψη και πράξη των πρωταγωνιστών. Έτσι, το πλαίσιο ανάπτυξης της ιστορίας, βασίζεται σε δυο ανθρώπους που αντί να προσπαθούν να βρουν παρηγοριά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, επιλέγουν την απομόνωση, την σιωπή και σταδιακά την απομάκρυνση.
Η θεματική της βίας λοιπόν, ξεκινά ν' αναπτύσσεται μέσα σ' ένα οικείο περιβάλλον, αυτό της οικογένειας. Η Alejandra κι ο Roberto, προκειμένου να προστατέψουν ο ένας τον άλλο, ασκούν βία στον ίδιο τους τον εαυτό καταπνίγοντας τα συναισθήματά τους κι απαγορεύοντας στους εαυτούς τους μια ουσιαστική επικοινωνία. Αυτή τους η επιλογή φυσικά, τους οδηγεί στην αποξένωση και σε συναισθηματική αδράνεια.
Το επόμενο σκέλος της ιστορίας που φαίνεται πως ευνοεί την ανάπτυξη μιας βίαιης συμπεριφοράς είναι ο χώρος του σχολείου. Λαμβάνοντας υπ' όψιν την ραγδαία αύξηση των ναρκωτικών ουσιών στα σχολεία, έχει εφαρμοστεί στο εκπαιδευτικό σύστημα του Μεξικό ένα σύστημα ανίχνευσης αυτών. Το ζήτημα όμως είναι ότι με την συγκεκριμένη διαδικασία, το κράτος δεν προνοεί για την εξάλειψη του φαινομένου, απλώς εντοπίζει τυχόν ναρκωτικές ουσίες, ενημερώνει τους κηδεμόνες για τ' αποτελέσματα, προτείνει ένα πρόγραμμα απεξάρτησης κι απειλεί τον μαθητή με αποβολή κατά τον επόμενο έλεγχο.
Σημαντικό στοιχείο επίσης, είναι ότι η συγκεκριμένη αντιμετώπιση της πολιτείας προς ένα συνεχώς αυξανόμενο κοινωνικό πρόβλημα, εφαρμόζεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη ηλικιακή ομάδα, η οποία βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τον ίδιο της τον εαυτό. Όταν λοιπόν ο ρόλος της κρατικής πρόληψης περιορίζεται στην απλή υπόδειξη ενός ακόμα προβλήματος, χωρίς να επισημαίνεται η σοβαρότητα αυτού ή έστω να προσφέρεται ένα αξιόλογο κι επί προσωπικού σχέδιο λύσης, είναι λογικό με την αύξηση της εσωτερικής πίεσης να αυξάνονται και τα κρούσματα βίας στον εκπαιδευτικό χώρο.
Έτσι λοιπόν, ο Franco, δημιουργεί ένα λιτό κι ουσιαστικό έργο, που εστιάζει στις ρίζες του συνεχώς αυξανόμενου προβλήματος της βίας, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχολογικής, κι ευαισθητοποιεί τον θεατή του να ερευνήσει τα αίτια αυτού. Αξίζει δε, να παρατηρήσουμε ότι η συμπεριφορά του Roberto μπορεί να μοιάζει αδιάφορη, ως προς το παιδί του, όσο δεν γνωρίζει ποιό είναι το πρόβλημα και πώς πρέπει να το διαχειριστεί, όμως όταν συνειδητοποιεί ότι η κόρη του έχει πέσει θύμα κακοποίησης, αμέσως παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, φανερώνοντας την αγάπη του για 'κείνη.
Παίζοντας λοιπόν, με τα όρια της ανεκτικότητας και της καταπάτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το "Μετά τη Λουτσία" προτείνεται κατά κύριο λόγο στο κοινωνικά ευαισθητοποιημένο σινεφίλ κοινό, καθώς με αργούς ρυθμούς αναδεικνύει ένα υπαρκτό και παγκόσμιο φαινόμενο, που αποτελεί σημαντικό πρόβλημα ολόκληρης της υφηλίου.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Δράμα μεξικανικής παραγωγής του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Michel Franco, διάρκειας 103 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Tessa Ia, Hernán Mendoza, Gonzalo Vega Jr. και Tamara Yazbek.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 
Rotten Tomatoes

16 Ιανουαρίου 2013

(2012) Pieta

Πρωτότυπος τίτλος: Pietà
Αγγλικός τίτλος: Pieta


Η υπόθεση
Ο Lee Kang-do (Lee Jung-jin) για να κερδίσει τα προς το ζην, εισπράττει τα χρήματα που έχουν δανειστεί διάφοροι μικροεπιχειρηματίες από τοκογλύφους. Στην περίπτωση που αυτοί, αδυνατούν να πληρώσουν, τους σακατεύει, εισπράττοντας την αποζημίωσή τους για την κάλυψη του χρέους τους. Κάποια μέρα, στην πόρτα του Lee Kang-do θα εμφανιστεί μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως είναι η βιολογική του μητέρα και θα του ζητήσει να την αφήσει να βρίσκεται κοντά του, για να τον φροντίζει. Ο Lee Kang-do, σταδιακά, πείθεται για την ταυτότητα της Jang Mi-sun (Jo Min-su) κι αποφασίζει να εγκαταλείψει την βρώμικη κι αιματοβαμμένη δουλειά του και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, δίπλα στον άνθρωπο που έχει περισσότερη ανάγκη, την μάνα του. Όμως, μια μέρα, γυρνώντας σπίτι, δεν βρίσκει την Jang Mi-sun να τον περιμένει και αρχίζει να την αναζητά στα μέρη που σακάτεψε τα θύματά του.

Η κριτική
Η "Pieta" είναι ένα καταπληκτικό δραματικό έργο, που ασκεί, όμως, τρομερή ψυχολογική βία στον θεατή. Χωρίς να προβάλλει σκληρές εικόνες, αλλά υπαινίσσοντάς τες, τοποθετεί τον θεατή στην δυσάρεστη θέση του παρατηρητή της ζωής ενός σαδιστή, αφήνοντας στην φαντασία του καθενός την δημιουργία εικόνων που συγκλονίζουν. Όπως θα δούμε, όμως, κατά την εξέλιξή του δράματος, όλο αυτό το φρικτό σκηνικό που έχει πλάσει ο θεατής στο μυαλό του και που τον ωθεί να αποδοκιμάσει την σύλληψη ενός τέτοιου έργου, μετατρέπεται σε μια μεγαλειώδη αγάπη μιας μάνας προς τον γιο της.
Αξίζει εδώ, όμως, να σταθούμε για λίγο στον τίτλο του έργου: "Pietà", στα ιταλικά, σημαίνει "οίκτος". Παράλληλα, βέβαια, εκτός απ' αυτήν την ερμηνεία, η λέξη αυτή έχει καταλήξει να συμβολίζει μια συγκεκριμένη θρησκευτική εικόνα, που αναπαριστά την μορφή της Παναγίας να κρατά στα χέρια της το σώμα του άψυχου Ιησού. Δίνοντας λοιπόν, τον συγκεκριμένο τίτλο στο έργο του, ο Kim Ki-duk, αποδίδει σε μια μόνο λέξη όλο το νόημα της ταινίας του και θέτει υπό το θρησκευτικό πρίσμα, το δημιούργημά του.
Η ταινία, ξεκινά με την εικόνα ενός νεαρού άντρα, που αυτοκτονεί. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το σώμα του, σε συνδυασμό με τον τίτλο, δεν αποκλείεται να φέρει στο μυαλό την εικόνα του Εσταυρωμένου, δημιουργώντας διάφορους παραλληλισμούς στο μυαλό του θεατή. Παράλληλα, ο φωτισμός της συγκεκριμένης σκηνής είναι μηδαμινός, προϊδεάζοντας έτσι για την ψυχοφθόρα συνέχειά της.
Έπειτα, μέχρι να παρουσιαστούν κι οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες, αυτοί της μητέρας και του γιου, οι σκηνές που ακολουθούν είναι αρκετά στιλιζαρισμένες, αποδίδοντας έτσι τον αλλοπρόσαλλο τρόπο με τον οποίο είναι δομημένη η καθημερινότητα του ορφανού αυτού σαδιστή. Το μίσος που τρέφει για το γυναικείο φύλο είναι εμφανές, όπως επίσης κι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το σπίτι του, παρουσιάζει έναν άνδρα που δεν έχει καμία ανάγκη να ζήσει μια φυσιολογική ζωή.
Όλα όμως στην ζωή του θ' ανατραπούν, όταν εισβάλλει σ' αυτήν μια γυναίκα, που προσπαθεί να τον διεκδικήσει και να προσφέρει στον άντρα αυτόν, την χαμένη του αθωότητα και που μας φέρνει στο μυαλό τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργούσε μια αγία. Η Jang Mi-sun, παρουσιάζει τεράστια υπομονή και δέχεται την όποια ταπείνωση, προκειμένου ν' αποδείξει στον γιό της ότι του λέει αλήθεια.
Αφού λοιπόν, ο γιος της την δεχτεί, αρχίζουμε να διακρίνουμε τη μεταμόρφωση ενός ανθρωπόμορφου τέρατος σε παιδί. Η αλλαγή αυτή, βέβαια, που συμβαίνει στην ζωή του Lee Kang-do, μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια όλα τα θετικά και καλά κρυμμένα στοιχεία του άνδρα αυτού, όμως παράλληλα δημιουργεί κι αδυναμίες σ' έναν άνδρα που έχει βλάψει, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλει, πολύ κόσμο.
Έτσι λοιπόν, μέσα από ένα οδοιπορικό, το οποίο αναγκάζεται να κάνει ο ήρωάς μας στον κόσμο των ψυχικά τραυματισμένων σακάτηδων που έχει δημιουργήσει, προκειμένου να βρει την μητέρα του που θ' απαχθεί στην πορεία, καλείται ν' ανακαλύψει τις απαντήσεις στα ερωτήματα "τι είναι ο θάνατος;" και "τι είναι το χρήμα;".
Ο Kim Ki-duk, σ' αυτή του την ταινία, ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο και το μεγαλείο του και δημιουργεί μια σοκαριστική δραματική ιστορία, η οποία εμφανίζεται, ουσιαστικά, στο δεύτερο μέρος της. Αν λοιπόν είστε λάτρεις αυτού του εξαίρετου Νοτιοκορεάτη δημιουργού, σας την συστήνω ανεπιφύλακτα καθώς είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της καριέρας του. Αν πάλι, ανήκετε στο σινεφίλ κοινό, αλλά δεν αντέχετε ιδιαίτερα την ψυχολογική βία, θα σας πρότεινα είτε να οπλιστείτε με υπομονή, όπως η πρωταγωνίστρια, και να υπομείνετε το πρώτο μισό, είτε καλύτερα να την αποφύγετε, αν ξέρετε ότι υπάρχει περίπτωση να σηκωθείτε να φύγετε από την κινηματογραφική αίθουσα.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Νοτιοκορεάτικο δράμα του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Kim Ki-duk, διάκρειας 104 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Lee Jung-jin και Jo Min-su.

Οι σημειώσεις
Τα πλήρη ονόματα, τόσο των χαρακτήρων, όσο και των πραγματικών προσώπων, αναγράφονται με το επώνυμο να προηγείται του κύριου ονόματος, καθώς αυτός είναι ο κορεάτικος τρόπος γραφής τους.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

12 Ιανουαρίου 2013

(1926) Η μάνα

Πρωτότυπος τίτλος: Мать (Mat)
Αγγλικός τίτλος: Mother


Η υπόθεση
Κατά τη διάρκεια του 1905, μια μάνα (Vera Baranovskaya) χάνει τον αυταρχικό της σύζυγο σε μια διαμάχη των δυο αντίπαλων στρατοπέδων της Ρωσίας της εποχής. Έχοντας πλέον ως μόνο της μέλημα τη φροντίδα του γιου της, Pavel (Nikolai Batalov), ο οποίος είναι μέλος της ομάδας των επαναστατών, παραδίδει στις αρχές, που έχουν έρθει να συλλάβουν τον νεαρό Pavel, τα κρυμμένα όπλα, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα γλυτώσει τη ζωή του. Αντίθετα απ' αυτό που νομίζει, όμως, αποδεικνύει ότι ο γιος της είναι όντως ένοχος και συμβάλλει στην καταδίκη του. Μετά από αυτό της το σφάλμα, συνειδητοποιεί ότι οι επαναστάτες έχουν συνείδηση κι ενώνει τις δυνάμεις της μαζί τους, προσπαθώντας να βοηθήσει τον γιο της να επανακτήσει την ελευθερία του.

Η κριτική
"Η μάνα" είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά δράματα που έδωσε στον κινηματογράφο η σοβιετική πρωτοπορία κι αποτελεί διασκευή του ομώνυμου βιβλίου, του 1907, του σπουδαίου Maxim Gorky. Παράλληλα, δε, αποτελεί και την πρώτη ταινία μυθοπλασίας, ενός εκ των κυριότερων εκφραστών του κινήματος αυτού, του Vsevolod Pudovkin.
Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη ταινία, δεν συνιστά ακριβώς την μεταφορά του λογοτεχνικού κειμένου του Gorky στην μεγάλη οθόνη, αλλά αντίθετα είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη έτσι ώστε να περνά, όσο το δυνατόν καλύτερα, τα ίδια νοήματα μ' αυτά της έντυπης έκδοσής της, πράγμα αδύνατον στην περίπτωση της πιστής αναπαράστασης του περιεχομένου της. Το πείραμα αυτό λοιπόν, τόσο σεναριακά, όσο και σκηνοθετικά, πετυχαίνει, γράφοντας ιστορία στον κινηματογράφο, κυρίως λόγω της εξαίρετης χρήσης του μοντάζ.
Ο Pudovkin, ξεκινά την ταινία του παρουσιάζοντας τον χρόνο εξέλιξης του δράματος με την προβολή της χρονολογίας, αλλά και τον τόπο, μέσω διαφόρων φωτογραφιών που απεικονίζουν το τοπίο της περιόδου. Έπειτα, στους τίτλους της, παράλληλα με τα ονόματα των συντελεστών εμφανίζει και τις φωτογραφίες τους, γεγονός που καταφέρνει να εκπλήξει ακόμα και σήμερα. Κατά την εισαγωγή του θεατή στο δράμα, επίσης, φροντίζει να ενημερώσει, μέσω της χρήσης λεζάντας, για την ιδιότητα των προσώπων, αποφεύγοντας περιττές σπατάλες του κινηματογραφικού χρόνου.
Σε γενικές γραμμές, αξίζει ν' αναφέρουμε ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης ταινίας, είναι η λιτή, αλλά και ταυτόχρονα ορθή χρήση του χρόνου της διάρκειάς της, κάτι που δεν οφείλεται μόνο στην απίστευτη σύνδεση των σκηνών της, αλλά και στις εκπληκτικές κι εκφραστικές ερμηνείες των ηθοποιών της.
Το συγκεκριμένο έργο, βέβαια, χωρίς να παρουσιάζει ακραία απομάκρυνση από τους κανόνες της σοβιετικής πρωτοπορίας, που ήθελαν το πλήθος να πρωταγωνιστεί και να μην συμμετέχουν επαγγελματίες ηθοποιοί, καταφέρνει με εκπληκτικό τρόπο να περάσει από το προσωπικό δράμα, που προβάλλει στην αρχή, της απώλειας της μάνας, στο συλλογικό δράμα του φτωχού εργάτη, μεταμορφώνοντας παράλληλα την μάνα, σε σύμβολο της Πρώτης Ρώσικης επανάστασης του 1905.
Αξίζει τέλος, να σταθούμε περισσότερο και στον διαφορετικό, αλλά εξαίσιο, τρόπο, με τον οποίο ο Pudovkin χρησιμοποιεί το μοντάζ. Σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο εκφραστή του κινήματος αυτού, του Sergei M. Eisenstein, αντί να ενώνει άκρως αντιθετικές σκηνές, που μεταφέρουν την αναταραχή ενός επαναστατημένου λαού στον κινηματογραφικό θεατή, χρησιμοποιεί το μοντάζ, συμπληρωματικά, έχοντας ως κύριο μέλημα την πλήρη κατανόηση των νοημάτων της ταινίας του κι έτσι, ανάμεσα σε όλες τις αριστουργηματικές εικόνες που χρησιμοποιεί επεξηγηματικά, βλέπουμε κι αυτήν της θραύσης των πάγων, όταν οι εργάτες ξεσηκώνονται.
Ακόμη κι αν αποτελεί την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Vsevolod Pudovkin και το πρώτο κινηματογραφικό σενάριο του Nathan Zarkhi, "Η μάνα", είναι ένα από τα ωραιότερα, ίσως όχι από τα πιο χαρακτηριστικά, έργα της σοβιετικής πρωτοπορίας και ταυτόχρονα συγκαταλέγεται, από πολλούς κριτικούς, στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Αν ανήκετε, λοιπόν, στο σινεφίλ κοινό και δεν έχει τύχει να την παρακολουθήσετε μέχρι στιγμής, προτείνεται ανεπιφύλακτα. Αν πάλι, δεν έχει τύχει να παρακολουθήσετε πολλές ταινίες της σοβιετικής πρωτοπορίας, πιστεύω ότι είναι μια καλή ευκαιρία ν' ανακαλύψετε την μαγεία του συγκεκριμένου είδους. Τέλος, αν δεν έχετε τριφτεί και πολύ με το βωβό σινεμά, δεν θα σας πρότεινα να επιλέξετε την συγκεκριμένη γι' αρχή, λόγω της ιδιόμορφης πολιτικής θεματικής της.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Σοβιετικό πολιτικό δράμα του 1926, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Maxim Gorky, σε σενάριο του Nathan Zarkhi και σκηνοθεσία του Vsevolod Pudovkin, διάρκειας 89 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Vera Baranovskaya, Nikolai Batalov, Aleksandr Chistyakov και Anna Zemtsova.

Οι σύνδεσμοι
Imdb