Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκτός κυκλοφορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκτός κυκλοφορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Απριλίου 2013

(2012) ΜΕΤΑΞΑ: Ακούγοντας το χρόνο

Πρωτότυπος τίτλος: ΜΕΤΑΞΑ: Ακούγοντας το χρόνο
Αγγλικός τίτλος: METAXA: Listening to time


Η υπόθεση
Από το 1967 στο ειδικό αντικαρκινικό νοσοκομείο Πειραιά ΜΕΤΑΞΑ, παράγεται έργο για την αντιμετώπιση σοβαρών ογκολογικών παθήσεων. Εκτός από την πολυετή δράση του στον τομέα της ογκολογίας όμως, το "ΜΕΤΑΞΑ" έχει ακόμα μια ιδιαιτερότητα: Σ' ένα μεγάλο ποσοστό του προσωπικού του νοσοκομείου έχει κάποια στιγμή διαγνωσθεί κάποιου είδους ογκολογικής πάθησης. Μπροστά στον κινηματογραφικό φακό λοιπόν, μέλη κι απλοί ασθενείς του νοσοκομείου, καταθέτουν την δική τους προσωπική εμπειρία με την συνεχώς αυξανόμενη ασθένεια του "καρκίνου".

Η κριτική
Ο "καρκίνος" είναι μια ασθένεια που, τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει ραγδαία αύξηση στις αναπτυγμένες χώρες. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να διαπιστωθεί επιστημονικά ο λόγος που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι έρχονται κάποια στιγμή στην ζωή τους αντιμέτωποι με κάποια ογκολογική πάθηση, τα αίτια κι η θεραπεία του φαινομένου αυτού αποτελούν ένα από τα κυριότερα ζητήματα της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας, καθώς ο "καρκίνος" αποτελεί, μετά τις καρδιοπάθειες, την δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου.
Καθώς λοιπόν η ασθένεια αυτή εισβάλλει, δυστυχώς, στις ζωές διαρκώς περισσότερων ανθρώπων, δημιουργείται η επιτακτική ανάγκη να γνωστοποιηθούν στους πολίτες της κάθε ανεπτυγμένης χώρας περισσότερες πληροφορίες που αφορούν στην συγκεκριμένη πάθηση. Ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό δε, είναι μέσω ενός ντοκιμαντέρ που δεν αρκείται στην ακατανόητη επιστημονική ανάλυση της αρρώστιας και των πιθανοτήτων που έχει ο κάθε ασθενής να την αντιμετωπίσει και να την νικήσει, αλλά που μιλά ανθρώπινα, κατανοητά και σε προσωπικό επίπεδο για το συγκεκριμένο πρόβλημα και χρησιμοποιεί την επιστημονική γνώση περισσότερο ως βοηθητικό μηχανισμό, έτσι ώστε να επιτευχθεί μια πληρέστερη και ρεαλιστκότερη απεικόνιση του θέματος.
Έτσι λοιπόν, ο Σταύρος Ψυλλάκης, χρησιμοποιώντας σαν βάση του το αντικαρκινικό νοσοκομείο ΜΕΤΑΞΑ, συλλέγει μαρτυρίες από άτομα που αποτελούν το προσωπικό του νοσοκομείου, αλλά έχουν παράλληλα βρεθεί στην καρέκλα του ασθενούς, όπως κι από απλούς ασθενείς. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ βέβαια, και ταυτόχρονα το στοιχείο που το κάνει να ξεχωρίσει σε σύγκριση μ' άλλα έργα παρόμοιας θεματολογίας, είναι το γεγονός ότι κατ' αυτόν τον τρόπο κατορθώνει να παρουσιάσει τους ανθρώπους πίσω από τη μάσκα του γιατρού/σωτήρα που όπως όλοι οι θνητοί διατρέχουν τον κίνδυνο να προσβληθούν από κάποια μορφή "καρκίνου".
Κύριος στόχος του "ΜΕΤΑΞΑ: Ακούγοντας το χρόνο", μοιάζει αφενός να είναι η απομυθοποίηση αυτής της ασθένειας κι η προτροπή του κάθε θεατή χωριστά να μην εξαιρεί τον εαυτό του και τους γύρω του από την πιθανότητα ν' αντιμετωπίσουν κι οι ίδιοι κάποια στιγμή ένα πρόβλημα τέτοιου είδους. Αφετέρου όμως, δίνοντας την ευκαιρία σε άτομα που έχουν κοιτάξει κατάματα τον θάνατο κι έχουν ταυτόχρονα και τις απαραίτητες ιατρικές γνώσεις για να εκτιμήσουν οι ίδιοι το μέγεθος του προβλήματός τους, δίνεται ένα μάθημα ζωής σε όλους τους θεατές. Οι εικόνες της θάλασσας, που έχει την ικανότητα να ηρεμεί όποιον την κοιτάει, αλλά και της ώρας που περνάει όσο οι άνθρωποι αναλώνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας σε άσκοπα ζητήματα, είναι δυο από τα ομορφότερα πλάνα που επαναλαμβάνονται στην ταινία.
Δεν γνωρίζω αν επιτρέπεται να χαρακτηρίσει κανείς ένα φιλμ με τέτοια θεματολογία καλό ή όμορφο, όμως σίγουρα αυτό το ντοκιμαντέρ του Ψυλλάκη καταφέρνει να συγκινήσει, να μιλήσει επί της ουσίας και ν' αναδείξει το βαθύτερο νόημα της ζωής, κάτι, που δυστυχώς οι περισσότεροι από εμάς, κάποια στιγμή χάνουμε μέσα στην ταχύτητα της καθημερινότητάς μας.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικο ντοκιμαντέρ του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Σταύρου Ψυλλάκη, διάρκειας 87 λεπτών.

Οι σύνδεσμοι

(2012) Ένα βήμα μπροστά

Πρωτότυπος τίτλος: Ένα βήμα μπροστά
Αγγλικός τίτλος: One step ahead


Η υπόθεση
Ο Γιάννης Μπουτάρης, στις δημοτικές εκλογές του 2010, θέτει για δεύτερη φορά υποψηφιότητα για τη Δημαρχία Θεσσαλονίκης και, παρά τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του και την υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ, καταφέρνει να κερδίσει τις εκλογές. Την περίοδο των δέκα τελευταίων εβδομάδων πριν τις δημοτικές εκλογές, η κάμερα ακολουθεί τον υποψήφιο δήμαρχο και καταγράφει, κατά κύριο λόγο, την προεκλογική του εκστρατεία, αλλά και ιδιωτικές του στιγμές.

Η κριτική
Ο Γιάννης Μπουτάρης αποτελεί μια εξέχουσα προσωπικότητα του ελληνικού επιχειρηματικού χώρου, αλλά και μια μια αρκετά ιδιόμορφη παρουσία του εγχώριου πολιτικού. Έχοντας αναλάβει σε νεαρή ηλικία την οικογενειακή οινοπαραγωγική επιχείρηση, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στον συγκεκριμένο τομέα. Παράλληλα, σε εφηβική ηλικία γνωρίζει και ερωτεύεται παράφορα την μέλλουσα γυναίκα του, Αθηνά, με την οποία θ' αποκτήσει 3 παιδιά. Τη δεκαετία του 1980 αρχίζει να φλερτάρει με τον αλκοολισμό, απ' τον οποίο καταφέρνει ν' απεξαρτηθεί το 1991.
Έκτοτε ο Μπουτάρης έχει συμβάλλει ενεργά σε διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις, χωρίς να έχει πάψει να λαμβάνει τιμητικά βραβεία για την επιχειρηματική του δράση. Το 2006, κατεβαίνει για πρώτη φορά ως ανεξάρτητος υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, συγκεντρώνοντας το 16% των ψήφων και το 2010, σε ηλικία 68 ετών, καταφέρνει να εκλεγεί στο πολιτικό αξίωμα, έχοντας την ευκαιρία να πραγματοποιήσει την πολυπόθητη ανατροπή ενός χρόνιου διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος.
Η ιδιαιτερότητα του νυν δημάρχου Θεσσαλονίκης, είναι ότι δεν ανήκει στον πολιτικό χώρο, δεν γνωρίζει τα πολιτικά παιχνίδια κι αρνείται, κατά την προεκλογική του εκστρατεία, να ενστερνιστεί την "πρέπουσα" συμπεριφορά των πολιτικών προσώπων. Έτσι κατά την διάρκεια της προσπάθειάς του να πείσει τους ψηφοφόρους να τον εμπιστευτούν, δεν προβάλλει κάτι διαφορετικό απ' αυτό που είναι. Δεν προσπαθεί να κρύψει την απεξάρτησή του από τον αλκοολισμό, δεν διστάζει να πει, χάριν αστεϊσμού, ότι ίσως θα έπρεπε να υπάρξει ζώνη πορνό σε κρατικό κανάλι, να αποκαλέσει "μουτζαχεντίν" τον Αρχιεπίσκοπο και ν' αναπτύξει το επιχειρηματικό του όραμα για τον δήμο, που περιλαμβάνει εντός των άλλων και την εκμετάλλευση διαφόρων μνημείων της βυζαντινής περιόδου.
Όπως είναι λογικό λοιπόν, ο αέρας ανανέωσης που φέρνει μαζί του ο Γιάννης Μπουτάρης, μαζί με τους υποστηρικτές του, σηκώνει και θύελλα αντιδράσεων από τους πιο συντηρητικούς πολίτες, οι οποίοι είναι κι αυτοί που χαρακτηρίζουν τον νομό της συμπρωτεύουσας. Έτσι, οι δημοτικές εκλογές του 2010 μετατρέπονται σε θρίλερ, καθώς τα ποσοστά Μπουτάρη-Γκιουλέκα συνεχώς μεταβάλλονται, καθιστώντας αδύνατη την οποιαδήποτε προσπάθεια πρόβλεψης του αποτελέσματος.
Τοιουτοτρόπως, μέσω της κινηματογράφησης των τελευταίων δέκα εβδομάδων του προεκλογικού αγώνα του Γιάννη Μπουτάρη, επιτυγχάνεται ταυτόχρονα, η ανάδειξη ενός σάπιου πολιτικού συστήματος, το οποίο χρίζει ενός ανανεωτικού αέρα για να ξεκινήσει ν' αναπνέει, αλλά και της προσωπογραφίας ενός ικανότατου και καταξιωμένου Έλληνα οραματιστή, ο οποίος φαίνεται να έχει τα μέσα και τη διάθεση να αναπλάσει τον δήμο όπου γεννήθηκε.
Με την παρεμβολή σκηνών από την προσωπική ζωή του, αλλά και την προβολή βίντεο από το αρχείο της οικογένειας Μπουτάρη, το πορτραίτο του πολιτευόμενου Γιάννη αναπτύσσεται με μεγάλη πληρότητα και μέσω ενός πολύ όμορφου τρόπου, παρόλο που χρονικά το κομμάτι αυτό καλύπτει μόνο το 1/4-1/3 του συνολικού φιλμ. Το ατόπημα όμως είναι ένα: Εφόσον δεν είναι μια καθαρή προσωπογραφία, αλλά εμπεριέχει, αν δεν εστιάζει κατά κύριο λόγο στην ανάδειξή της, την ισχύουσα κατάσταση της ελληνικής πολιτικής σκηνής, μήπως ο δημιουργός της θα έπρεπε να επιλέξει να προβάλλει την ταινία του αφού έχει ολοκληρωθεί, έστω η πρώτη, αν λάβουμε υπόψιν την πιθανότητα επανεκλογής, θητεία του νυν δημάρχου, για να μην εκληφθεί από κάποιους ως μια προσπάθεια αγιογραφίας του συγκεκριμένου προσώπου;

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Αθυρίδη, διάρκειας 126 λεπτών, με βασικό πρωταγωνιστή τον Γιάννη Μπουτάρη.

Οι σύνδεσμοι

27 Μαρτίου 2013

(2013) Welcome to the show: Η μουσική κληρονομιά του Παύλου Σιδηρόπουλου

Πρωτότυπος τίτλος: Welcome to the show: Η μουσική κληρονομιά του Παύλου Σιδηρόπουλου
Αγγλικός τίτλος: Welcome to the show


Η υπόθεση
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα του 1948. Στην δεκαετία του '70 ξεκινά ν' ασχολείται με την μουσική και πιο συγκεκριμένα με τη ροκ σκηνή, κερδίζοντας τις εντυπώσεις ενός ανήσυχου νεανικού κοινού. Η προσπάθειά του να παντρέψει το πατροπαράδοτο με το ροκ κι η εμμονή του να γράφει τραγούδια μ' ελληνικό στίχο, είναι δυο από τα κυριότερα στοιχεία που τον βοήθησαν ν' αναδειχθεί σε είδωλο της ελληνικής ροκ μουσικής και να θεωρείται σήμερα "μύθος" από τη νέα γενιά μουσικών.

Η κριτική
Τ' όνομα του Παύλου Σιδηρόπουλου δεν είναι μονάχα ένα από αυτά που κοσμούν την ιστορία της ελληνικής ροκ μουσικής, αλλά αποδεικνύεται πως έχει κερδίσει δικαιολογημένα τον χαρακτηρισμό του "Πρίγκιπα της ροκ", καθώς συνέβαλε ενεργά στην ανάπτυξη του είδους στην χώρα μας. Η προσφορά του στον ευρύτερο μουσικό και καλλιτεχνικό χώρο όμως, ήταν τόσο σημαντική, που στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, η φήμη του προηγείται του ονόματός του κι ο ίδιος έχει περάσει πια στην σφαίρα του μυθικού, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για τους νέους μουσικούς.
Όμως ποιός ήταν στ' αλήθεια ο Παύλος Σιδηρόπουλος; Αυτό είναι κάτι που το "Welcome to the show: Η μουσική κληρονομιά του Παύλου Σιδηρόπουλου" δεν θα σας το απαντήσει, τουλάχιστον όχι άμεσα. Καθώς ο Σιδηρόπουλος, όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, ήταν πολυεπίπεδος και πολύ μπροστά από την εποχή που έζησε, είναι σχεδόν αδύνατον να μπορέσει, μέσω ανέκδοτων ντοκουμέντων ή μαρτυριών, να δοθεί ένα πλήρες πορτραίτο της προσωπικότητάς του. Το κυριότερο όμως, νόημα δεν έχει να αποπειραθεί κάποιος να ερευνήσει την ζωή ενός καλλιτέχνη, αλλά το έργο του, αφού αυτό αποτέλεσε και συνεχίζει ν' αποτελεί τον τρόπο έκφρασής του.
Έτσι λοιπόν, επιλέγοντας ν' αφήσουν τον Παύλο να μιλήσει ο ίδιος μέσα από τα τραγούδια του, οι δημιουργοί του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ, επικεντρώνονται στην σημασία που είχε το τραγούδι του Παύλου για την εποχή, στην διαφορετικότητα του καλλιτέχνη, που τον οδήγησε να γράψει κάτι αλλιώτικο από τον πολιτικοποιημένο ή αγγλικό στίχο και στην απομυθοποίηση του "μύθου" που έχει δημιουργηθεί γύρω απ' τ' όνομά του, καθώς ο ίδιος ο Σιδηρόπουλος ποτέ δεν θα ενέκρινε κάτι τέτοιο.
Έτσι, με την συμμετοχή πολλών αναγνωρισμένων καλλιτεχνών και δημοσιογράφων, γίνεται μια συντονισμένη παρουσίαση της κληρονομιάς που κατάφερε ν' αφήσει πίσω του ο σπουδαίος καλλιτέχνης, πριν τον προλάβει ο θάνατος, και μέσω αυτής, γίνεται σαφής κι ο λόγος που η εικοσαετής παρουσία του στον μουσικό χώρο αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης των νεώτερων. Χωρίς έτσι ν' αναλώνεται σε ανούσιες και κουραστικές περιγραφές, προτρέπει τον θεατή να έρθει σ' επαφή, εκ νέου ή για πρώτη φορά, με την μουσική του καλλιτέχνη και να συνδιαλεχτεί απευθείας μαζί του κι όχι μέσω ενός διαμεσολαβητή, ο οποίος ενδεχομένως να του παρουσιάσει έναν διαφορετικό Παύλο Σιδηρόπουλο.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του 2013, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Κώστα Πλιάκου και Αλέξη Πόνσε, διάρκειας 65 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Παύλο Σιδηρόπουλο, Μάκη Μηλάτο, Οδυσσέα Ιωάννου, Απροσάρμοστους, Σπυριδούλα, Γιάννη Αγγελάκα, Παύλο Παυλίδη, Δημήτρη Μητσοτάκη, Σπύρο Γραμμένο, Στάθη Δρογώση, Υπόγεια Ρεύματα, Κώστα Φέρρη, Κωνσταντίνο Τζούμα.

Οι σύνδεσμοι

21 Μαρτίου 2013

(2012) Άνεμος ψυχής

Πρωτότυπος τίτλος: Csak a szél
Αγγλικός τίτλος: Just the wind
Ελληνικός τίτλος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2012: Μονάχα ο άνεμος


Η υπόθεση
Μετά από μια σειρά στοχευμένων επιθέσεων που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε οικογενειών Ρομά, ο φόβος αρχίζει και κάνει εντονότερα την εμφάνισή του στην κοινωνία των Αθίγγανων. Η Mari (Katalin Toldi), μια γυναίκα Ρομά που ζει μαζί με την οικογένειά της στο δάσος κι αγωνίζεται να κερδίσει τίμια τα προς το ζην για την ίδια, τα παιδιά και τον πατέρα της, προσπαθεί να συνεχίσει κανονικά την ζωή της. Το ίδιο κάνουν και τα δυο παιδιά της, η έφηβη Anna (Gyöngyi Lendvai) κι ο μικρός Rió (Lajos Sárkány), ελπίζοντας σύντομα να συγκεντρώσουν τα χρήματα που χρειάζονται για να ταξιδέψουν στο Toronto και να επανενωθούν με τον πατέρα τους που βρίσκεται εκεί.

Η κριτική
Μέσα στο 2008-2009 πραγματοποιείται στην Ουγγαρία μια σειρά αιματηρών επιθέσεων σε σπίτια της κοινότητας των Ρομά, θύματα της οποίας υπήρξαν 55 άνθρωποι. Το αξιοπρόσεκτο σ' αυτήν την υπόθεση ήταν το γεγονός ότι τα άτομα που δέχτηκαν τις επιθέσεις δεν ανήκαν στην κατηγορία των "παρασίτων" της υπόλοιπης ουγγρικής κοινότητας, άλλα ήταν φτωχές οικογένειες τσιγγάνων, τα μέλη των οποίων προσπαθούσαν να ζήσουν τίμια, δουλεύοντας ή πηγαίνοντας σχολείο. Αν κι εκ πρώτης όψεως, η συγκεκριμένη πράξη βίας μοιάζει αδύνατον ν' απαντηθεί λογικά, η στόχευση οικογενειών που δεν ζουν σε γκέτο, όπως οι "Ρομά-παράσιτα", ήταν ο μόνος προσιτός στόχος της ακραίας ρατσιστικής αυτής ενέργειας.
Επηρεασμένος λοιπόν από τα πραγματικά αυτά γεγονότα που συνέβησαν στην χώρα του, ο ανερχόμενος Ούγγρος δημιουργός Benedek Fliegauf, ένιωσε την ανάγκη να γυρίσει μια ταινία στην οποία να εστιάζει στην ανάδειξη των ανθρώπων οι οποίοι υπήρξαν θύματα της βίαιης αυτής ενέργειας, στον καθημερινό ρατσισμό που αναγκάζονται να υπομένουν εντός κι εκτός της κοινότητάς τους, αλλά και στην κατάργηση των στερεοτύπων που παρουσιάζουν όλους τους Ρομά ως μια αυτόνομη κοινότητα που λειτουργεί πάντοτε ομαδικά και παρασιτεί στις διάφορες χώρες που ενίοτε κατοικεί.
Έτσι λοιπόν ο Fliegauf, καταγράφει με τον φακό του μια ημέρα από την ζωή τριών ανθρώπων της ίδιας οικογένειας, διαφορετικών όμως ηλικιακών ομάδων, καταφέρνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ν' αναδείξει όλες τις πτυχές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην καθημερινότητα ενός Ρομ. Μέσω της μάνας και της κόρης, παρουσιάζεται η σχέση που έχουν οι οικογένειες των τσιγγάνων με τον έξω κόσμο, αλλά κι η υγιής σχέση που μπορεί να κρατηθεί ανάμεσα σ' έναν Ρομ και την στερεοτυπική κοινότητα των "Ρομά-αποβλήτων". Μέσω του γιου όμως, ο οποίος βρίσκεται σε μια ηλικία που μπορεί εύκολα να παρασυρθεί, γίνεται εμφανής ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται και λειτουργεί το γκέτο των αθίγγανων.
Μέσω των τριών αυτών ατόμων συνεπώς, ο καλλιτέχνης καταφέρνει να παρουσιάσει μέσα στο έργο του τα σημάδια του ρατσισμού που κάνουν την εμφάνισή τους, εντός κι εκτός της κοινότητας των Ρομά, ν' αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα της Ουγγαρίας και στ' οποίο τα παιδιά Ρομά αποτελούν απλώς τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας, να παρουσιάσει την βοήθεια που ενδέχεται να δεχθούν, σε κάποιες περιπτώσεις, οι τσιγγάνοι και την εκτίμηση που δείχνουν σ' αυτούς που τους την προσφέρουν, όπως επίσης και την υγιή κι απόλυτα φυσιολογική αντίδρασή τους απέναντι στην καταπίεση και την κριτική που δέχονται συνεχώς.
Με την δημιουργία επομένως ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ που εκπληρώνει την ανάγκη του εμπνευστή του να τιμήσει τους ανθρώπους που χάθηκαν άδικα στις ρατσιστικές αυτές επιθέσεις, καταρρίπτοντας την άποψη που έχει γι' αυτούς μια μερίδα του ουγγρικού λαού, ότι δηλαδή ο θάνατός τους είναι ένα πρόβλημα λιγότερο στις ζωές τους, καταφέρνει να δικαιώσει την μνήμη τους.
Το ζήτημα βέβαια είναι ότι οι αργοί ρυθμοί, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός στοιχείου που προάγει εμφανώς την εξέλιξη της πλοκής και τα συνεχή γκρο-πλαν καθιστούν το συγκεκριμένο πόνημα δύσκολο να παρακολουθηθεί, ακόμα κι από το εν γένει σινεφίλ κοινό, καθώς από ένα σημείο κι έπειτα η έκβαση του δράματος κρίνεται απολύτως απαραίτητη για ν' αποκτήσει νόημα το υπόλοιπο σύνολο. Συνοπτικά λοιπόν, το έργο απευθύνεται κατά κύριο λόγο στο κοινωνικά ευαισθητοποιημένο σινεφίλ κοινό της πειραματικής βαλκανικής κινηματογραφίας, καθώς το θέμα του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ουγγρικό δράμα του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Benedek Fliegauf, διάρκειας 86 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Katalin Toldi, Gyöngyi Lendvai, Lajos Sárkány και György Toldi.

Οι σύνδεσμοι

19 Μαρτίου 2013

(2012) Μπιγκ χιτ

Πρωτότυπος τίτλος: Μπιγκ χιτ
Αγγλικός τίτλος: Big hit


Η υπόθεση
Μέσα στη νύχτα ο αστυνόμος Φαρμάκης (Σπύρος Μπιμπίλας) αυτοκτονεί κι η σύζυγός του, προτού ειδοποιήσει την αστυνομία, καλεί τον Μάικ Βαρδακαστάνη (Άλεξ Σπυρόπουλο). Όταν η αστυνομία καταφθάνει, ο επικεφαλής της ομάδας, υπαστυνόμος Αριστείδης Κορμάς (Μελέτης Γεωργιάδης), αποφαίνεται ότι πρόκειται για βέβαιη αυτοκτονία. Τα στοιχεία όμως που του εμφανίζονται στην πορεία τον κάνουν να πιστέψει ότι πίσω από τον θάνατο του Φαρμάκη κρύβεται ένα μεγάλο μυστικό που συνδέει το οργανωμένο έγκλημα και το αστυνομικό σώμα. Μπορεί ένας άνθρωπος μόνος του ν' αποδώσει δικαιοσύνη;

Η κριτική
Εξήντα χρόνια μετά την "Μεγάλη κάψα" του Fritz Lang, ένα ελληνικής παραγωγής remake πραγματοποιεί την έξοδό του στις εγχώριες κινηματογραφικές αίθουσες. Με τον όρο "νουάρ" να το προσδιορίζει και τ' όνομα του Fritz Lang να το χαρακτηρίζει, το εγχείρημα μοιάζει ταυτόχρονα σαγηνευτικό και ριψοκίνδυνο, διχάζοντας το σινεφίλ κοινό για το κατά πόσο η σύγχρονη μεταφορά μπορεί να είναι επιτυχημένη. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις όμως, αποδεικνύεται ότι το "Μπιγκ χιτ" του Κάρολου Ζωναρά δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο, καθώς όντας καλά μελετημένο, εκπλήσσει ευχάριστα.
Έτσι λοιπόν παίρνοντας ως δεδομένο ότι η κοινωνία από την περίοδο της άνθισης του νουάρ έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, κάποιες σεναριακές προσαρμογές κρίνονται απαραίτητες. Αφενός οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται επί της οθόνης, διαφέρουν κατά πολύ από τους σημερινούς νεοέλληνες. Αν εξαιρέσει κανείς τον χαρακτήρα του έντιμου αστυνομικού, αλλά κι αυτόν της μαύρης χήρας, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι αδύνατον να εμφανιστούν με την ιδιοσυγκρασία του '50. Βέβαια από την άλλη, η όποια παραλλαγή των κύριων χαρακτηριστικών των δευτερευόντων ηρώων, μπορεί να παραπέμψει περισσότερο στο σήμερα, αλλά δύναται να διαστρεβλώσει τα πρόσωπα και την πλοκή. Γι' αυτό το λόγο συνεπώς, οι όποιες αλλαγές πραγματοποιούνται, παρουσιάζονται μέσα από μια χιουμοριστική διάθεση, κάτι που όχι μόνο επιτρέπει στον σκηνοθέτη μια ελευθερία κινήσεων, αλλά δίνει στον θεατή την ευκαιρία ν' απολαύσει το θέαμα χωρίς να επιζητά την ταύτιση. Αφετέρου, ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένη η σημερινή κοινωνία καθιστά το κωμικό στοιχείο απαραίτητο συστατικό για την επιτυχή πρόσληψη ενός αστυνομικού έργου, κάτι που για το κοινό των παλαιότερων εποχών δεν ήταν αναγκαίο.
Αυτό όμως που κερδίζει τον θεατή και κάνει το έργο να ισορροπεί και να μην χάνεται στην ελευθερία που του προσφέρει η έλλειψη ενός κώδικα Hays, αλλά κι η σάτιρα που ασκεί, είναι το γεγονός ότι τεχνικά βρισκόμαστε απέναντι σ' ένα άρτιο φιλμ νουάρ που τηρεί όλους του κανόνες του είδους. Η εικόνα του είναι ασπρόμαυρη, η παρουσία της femme fatale εμφανής, οι σκιές κυριαρχούν, οι φωνές κι οι ήχοι, όπως σε όλες τις ταινίες της εποχής, έχουν "πατηθεί" με έξοχο τρόπο από πάνω κι η εσωτερική σύγκρουση στην οποία βρίσκεται μοιραία ο ακέραιος χαρακτήρας του πρωταγωνιστή, δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί καταλληλότερα. Η επιλογή της χρήσης του voice off, κατά το οποίο δίνονται οι αυτονόητες για τον παλιό, αλλά πρωτόγνωρες για τον νέο θεατή πληροφορίες για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή, αποδεικνύεται ευφυέστατη και κερδίζει σύσσωμο το κοινό, καθώς αποτελεί ακόμα μια προσθήκη του Ζωναρά στην πρωτότυπη εκδοχή.
Εν κατακλείδι, το "Μπιγκ χιτ" του Κάρολου Ζωναρά δεν παραπέμπει μόνο στον αγγλικό τίτλο της "Μεγάλης κάψας" του Fritz Lang, αλλά τηρεί όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές για ν' αποτελέσει ένα big hit (μεγάλη επιτυχία) της ελληνικής κινηματογραφίας. Όντας τεχνικά άρτιο, κερδίζει τις εντυπώσεις του σινεφίλ κοινού, αλλά μέσω του κωμικού του στοιχείου καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον των θεατών των πιο ανάλαφρων ταινιών. Σίγουρα δεν γίνεται να εξισώσουμε την "Μεγάλη κάψα" και το "Μπιγκ χιτ", η προσπάθεια όμως έχει στεφθεί από επιτυχία, καθώς καταφέρνει ν' αποτελέσει μια πολύ καλή πρόταση για όλον τον κόσμο.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό φιλμ νουάρ του 2012, βασισμένο στο "Η μεγάλη κάψα" του Fritz Lang, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Κάρολου Ζωναρά, διάρκειας 95 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Μελέτη Γεωργιάδη, Katia O'Wallis, Γρηγόρη Γαλάτη, Άλεξ Σπυρόπουλο, Δημήτρη Λιόλιο και Ευγενία Αποστόλου.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

(2013) Νεοναζί: Το ολοκαύτωμα της μνήμης

Πρωτότυπος τίτλος: Νεοναζί: Το ολοκαύτωμα της μνήμης
Αγγλικός τίτλος: Neo-Nazi: The holocaust of memory


Η υπόθεση
Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, πάνω από 100 ελληνικά χωριά και πόλεις λεηλατήθηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις. Στις εκλογές του Μαΐου του 2012 το κόμμα της Χρυσής Αυγής, όπως αναφέρεται από τα Μ.Μ.Ε., συγκεντρώνει στα Καλάβρυτα και το Δίστομο, περίπου 1000 ψήφους. Μέσα από την προβολή διαφόρων μαρτυριών των επιζώντων των γεγονότων στα Καλάβρυτα, στον Χορτιάτη, στο Auschwitz και στο Δίστομο, πραγματοποιείται στο Ενιαίο Λύκειο Διστόμου ένας διάλογος με κεντρικό θέμα τις τωρινές πολιτικές εξελίξεις. Παράλληλα, ο γιος ενός Υπουργού της Προπαγάνδας της κατοχικής κυβέρνησης και νυν μέλος του κόμματος της Χρυσής Αυγής, δίνει την δική του εκδοχή των γεγονότων.

Η κριτική
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς για ένα ντοκιμαντέρ που χρησιμοποιεί ως βάση την κτηνωδία που διεπράχθη εις βάρος του ελληνικού λαού, για ν' αναδείξει μέσω αυτής τον παραλογισμό που εκφράζει την σημερινή πολιτική σκηνή, χωρίς να βρεθεί να γενικολογεί σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Άσχετα λοιπόν από το τί είναι, ή τί δεν είναι το κόμμα της Χρυσής Αυγής, αφού το πόρισμα βρίσκεται στην ευχέρεια του καθενός, στην συγκεκριμένη ταινία γίνεται μια προσπάθεια να έρθει σε διάλογο το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον.
Μέσα από μια πολύ αξιόλογη απόπειρα, ο εξίσου αξιόλογος δημοσιογράφος Στέλιος Κούλογλου, προσπαθεί να ερευνήσει το κατά πόσο τ' αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν στην κοινή γνώμη για την ψηφοφορία του Μαΐου 2012 είναι αληθή ή ψευδή και παράλληλα μέσα σ' ένα ντοκιμαντέρ που διαρκεί μιάμιση ώρα, έχει προσπαθήσει να συλλέξει και να παρουσιάσει στο κοινό το χρονικό των γεγονότων που οδήγησαν στην κυριολεκτική καταστροφή των ζωών των κατοίκων χωριών όπως τα Καλάβρυτα, ο Χορτιάτης ή το Δίστομο, μέσω μαρτυριών επιζησάντων ή άλλων ιστορικών πηγών, με μια περιγραφή που είναι κάτι παραπάνω από πλήρης και περιγραφική.
Κατά μια έννοια και μόνο ο τίτλος "Το ολοκαύτωμα της μνήμης" θα ήταν υπέρ-αρκετός για να προσδιορίσει επακριβώς τον κύριο στόχο αυτού του ντοκιμαντέρ, που δεν είναι άλλος από την ενημέρωση του νέου Έλληνα για το πρόσφατο παρελθόν της χώρας του, το οποίο υπάρχει μόνο ως απλή κι ελλιπής αναφορά στα βιβλία ιστορίας που διδάσκονται στα σχολεία.
Φέρνοντας στην επιφάνεια διάφορα σοβαρά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτό της παραπληροφόρησης των Μ.Μ.Ε., της ελλιπούς (εσκεμμένης ή μη, αυτό είναι άλλο θέμα) παιδείας, το έργο εστιάζει στην συμπλήρωση του μαθήματος ιστορίας με μια πρόσφατη ιστορική αναδρομή, έτσι ώστε να καταλήξει σ' έναν εμφανή διάλογο, ανάμεσα σε γηραιούς και νέους, αλλά και σ' έναν διαφανή κι όμως υπαρκτό διάλογο ανάμεσα στην Χρυσή Αυγή και τους επιζώντες.
Χωρίς να υπάρχει η ανάγκη να το προτείνω ή όχι, καθώς το κοινό που θα ενδιαφερθεί να το παρακολουθήσει, θ' αποκομίσει σίγουρα κάτι από την προβολή του, θ' αρκεστώ ν' αναφέρω ότι καλό θα ήταν το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ να το παρακολουθήσει η νεολαία, διότι ένα μεγάλο κομμάτι αυτής αγνοεί το παρελθόν της, την στιγμή που καλείται να επιλέξει για το μέλλον της.

Βαθμολογία: 3/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του 2013, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Στέλιου Κούλογλου, διάρκειας 91 λεπτών.

Οι σύνδεσμοι

11 Μαρτίου 2013

(2012) Ένα πλοίο για την Παλαιστίνη

Πρωτότυπος τίτλος: Ένα πλοίο για την Παλαιστίνη
Αγγλικός τίτλος: A ship to Palestine


Η υπόθεση
Ο Ιορδάνης Κύρογλου (Θεοδόσης Ζάννης) είναι ένας πλούσιος ιδιοκτήτης κάποιας βιομηχανίας σ' ένα λιμάνι στον Νότο της Πελοποννήσου. Μαζί με τον Γιατράκο (Γιώργο Κοψιδά), τον αρχηγό της αστυνομίας, προσπαθεί να συλλέξει πληροφορίες για την έλευση του πλοίου "Ναόμι", που έρχεται από τον Παναμά μεταφέροντας σιτάρι. Η κόρη του Κύρογλου, του αρχηγού των Μασόνων, συνευρίσκεται με τον Γερμανό ακόλουθο του πατέρα της, Κουρτ (Ιερώνυμο Καλετσάνο), όμως στην προσπάθειά της να μάθει ποιός ευθύνεται για τον θάνατο της Εβραίας μητέρας της, ερωτεύεται έναν Παλαιστίνιο αντάρτη, τον Αμπντουλά (Μανώλη Παπαδάκη). Ταυτόχρονα, μέσα από πλάνα αρχείου της εφημερίδας "Η φωνή" ακούγονται οι ιστορίες διαφόρων γυναικών των Βαλκανικών κι Ανατολικών χωρών.

Η κριτική
Ο Νίκος Κούνδουρος, μετά από την μακρόχρονη προσφορά του στον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο, δημιουργεί μια πολύπλοκη κι αρκετά ιδιαίτερη ταινία, για την οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς, καθώς μέσα στις δυο ώρες διάρκειάς του το "Ένα πλοίο για την Παλαιστίνη" προβάλλει μια πληθώρα πολιτικών θεμάτων που με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσαν να συνδυαστούν αρμονικά σε μια δίωρη παραγωγή.
Ως κεντρικό άξονα για την ανάπτυξη της ιστορίας του, ο μεγάλος Έλληνας δημιουργός, χρησιμοποιεί την πραγματική ιστορία ενός πλοίου που μετέφερε σίτο από τον Παναμά και τα ίχνη του χάθηκαν ανάμεσα στη Σύμη και την Ρόδο. Το πλοίο όμως αυτό, δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή του επί της οθόνης κι οι μόνες πληροφορίες που δίνονται στον θεατή βασίζονται σε εικασίες και στην ελπίδα ότι υπάρχει κάποιο πρόσωπο, το οποίο θα γνωρίζει κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Κανείς όμως δεν γνωρίζει αν τα όσα λέγονται για το "Ναόμι" είναι αληθή και η αμφιβολία υπάρχει διάσπαρτη καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας.
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν, θα μας συστηθεί ένας βαθύπλουτος Έλληνας Μασόνος, ο οποίος ό,τι έχει καταφέρει το οφείλει στον γάμο του με μια πλούσια Εβραία, που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Αν λάβουμε υπ' όψιν μας την επαναλαμβανόμενη ρήση ότι οι Εβραίοι είναι το χρήμα κι οι Μασόνοι η εξουσία, τότε εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε τον συμβολισμό του γάμου αυτού, αλλά και την συνεχή επαφή της εξουσίας με τον αρχηγό της αστυνομίας, που παρουσιάζεται ως το κράτος.
Επίσης, δεδομένης της συμμετοχής των Εβραίων στην ταινία, θα μπορούσε να δικαιολογήσει κανείς και την ύπαρξη των Παλαιστινίων, αλλά και την παρουσία ενός Γερμανού Ναζί. Αυτό που μπερδεύει όμως τον θεατή και τον οδηγεί σε σύγχυση είναι ο συνδυασμός όλων των παραπάνω, μαζί με την αναφορά στον τύπο, στις μαρτυρίες των γυναικών που ήρθαν στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, την οποία ποτέ τους δεν πλησίασαν και στον έρωτα της κόρης του Μασόνου και της Εβραίας με τον Παλαιστίνιο αντάρτη. Μπορεί η τελευταία ν' αποτελεί θεωρητικά τον συνδετικό κρίκο όλων αυτών, καθώς εκείνη σχετίζεται με δεσμούς αίματος με τον Κύρογλου, εκείνη δουλεύει στον τύπο, εκείνη έχει τραβήξει τα πλάνα αρχείου με τις μαρτυρίες, εκείνη συνουσιάζεται με τον Γερμανό κι ερωτεύεται τον Άραβα, όμως πέραν μιας άκρως επιφανειακής συνάφειας, είναι ακατανόητη η ύπαρξη τόσο πολλών και διαφορετικών νοηματικών.
Παράλληλα, ακόμη κάτι που ξενίζει είναι ο απόλυτα αποστειρωμένος σκηνικός χώρος, ο οποίος δεν ταιριάζει σε κανένα γνωστό χωρο-χρόνο, οι ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίες είναι ανάλογες μιας αρχαίας τραγωδίας και πλήρως ακατάλληλες για μια σύγχρονη ταινία κι ο λόγος αυτών, που αντί να απευθύνεται έμμεσα στον θεατή μέσω του μεταξύ των ηρώων διαλόγου, απευθύνεται άμεσα σ' αυτόν μέσω της οπτικής επαφής με τον κινηματογραφικό φακό.
Με άλλα λόγια, κανείς δεν μπορεί ν' αμφισβητήσει έναν καθιερωμένο σκηνοθέτη, όπως είναι ο Νίκος Κούνδουρος και σίγουρα κατά την παρακολούθηση του νέου του πονήματος, το κοινό θα κληθεί ν' ανακαλύψει και ν' αποκρυπτογραφήσει συμβολισμούς και "κατηγορώ" του δημιουργού του. Το ζήτημα όμως είναι ότι παρά τα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα στα οποία μπορεί να καταλήξει έκαστος, νομίζω ότι είναι αδύνατον να δοθεί μιας σαφής και σφαιρική εικόνα επί του συνόλου, καθώς τα επί μέρους παραμένουν έως τους τίτλος τέλους ασύνδετα, αφήνοντας μια ασυνάρτητη αίσθηση, χωρίς ν' αποκλείεται βέβαια αυτός να είναι κι ο σκοπός.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου, διάρκειας 120 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τους Θεοδόση Ζάννη, Γιώργο Κοψιδά, Εύα Ψυλλάκη, Μανώλη Παπαδάκη, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Ερρίκο Λίτση, Αγάπη Μανουρά, Δέσποινα Μοίρου και Ελένη Κωνσταντίνου.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

5 Μαρτίου 2013

(2012) Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου

Πρωτότυπος τίτλος: Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου
Αγγλικός τίτλος: Katerina Gogou: Reinstating the dark side


Η υπόθεση
Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε το 1940. Στην αρχή της καριέρας της ασχολήθηκε με την υποκριτική κι έπειτα κυρίως με την συγγραφή αντισυμβατικών ποιημάτων που αναφέρονταν πάντα στους αντι-ήρωες των Εξαρχείων και των γύρω περιοχών. Λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει, μπλέκει στον κόσμο των ναρκωτικών και σήμερα, μαζί με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Νικόλα Άσιμο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ροκ είδωλα της ασυμβίβαστης γενιάς.

Η κριτική
Η Κατερίνα Γώγου είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα ροκ είδωλα που έζησαν κι επηρεάστηκαν βαθειά από τις κοινωνικο-πολιτικές αναταράξεις της Ελλάδας της περιόδου του 1960-1980, αφήνοντας πίσω της ένα σημαντικό όγκο ποιημάτων, στα οποία εκφράζει τον πόνο των αδυνάτων με έναν τρόπο άκρως αντισυμβατικό και ταυτόχρονα απόλυτα ποιητικό.
Αρκετά από τα ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς καλλιτέχνες της εναλλακτικής μουσικής σκηνής κι η ίδια διεκδικεί τον σεβασμό, αλλά και τον θαυμασμό διεθνώς αναγνωρισμένων Ελλήνων, και μη, ποιητών. Ακόμα κι αν τ' όνομά της δεν είναι τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό, όσο τα ονόματα άλλων ηρώων της ασυμβίβαστης γενιάς, τα ποιήματά της, το τελευταίο διάστημα, διαδίδονται όλο και περισσότερο στην νεολαία της κρίσης, αυξάνοντας το ενδιαφέρον τους να γνωρίσουν το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις.
Για πολλούς βέβαια, το όνομα της Κατερίνας Γώγου δεν σημαίνει κάτι περισσότερο από μια ανάλαφρη και ζωηρή παρουσία στις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του '60, που έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της: "Εγώ κοιτούσα την Γιαδικιάρογλου, που κοιτούσε την Πετροπούλου, που κοιτούσε την Πετροβασίλη". Αυτή η γλυκιά ύπαρξη όμως, είναι η ίδια γυναίκα που πρωταγωνιστεί στο "Βαρύ πεπόνι", στην "Παραγγελιά" και στο "Όστρια: Το τέλος του παιχνιδιού".
Όπως και να την έχει γνωρίσει βέβαια ο καθένας, η Γώγου των δευτερευόντων κωμικών ρόλων κι η Γώγου των πρωταγωνιστικών ρόλων και των αντισυμβατικών ποιημάτων δεν παύουν να είναι το ίδιο πρόσωπο κι αυτό αποπειράται να παρουσιάσει μέσα απ' αυτό το ντοκιμαντέρ, ο Αντώνης Μποσκοΐτης. Το ζήτημα όμως είναι ότι σαν αποτέλεσμα, το έργο του Μποσκοΐτη πλησιάζει περισσότερο σ' αυτό που θα χαρακτήριζε κάποιος "αφιέρωμα για ένα περιορισμένο κοινό" απ' ό,τι σ' ένα ντοκιμαντέρ που καταφέρνει να παρουσιάσει σφαιρικά την πολύπλευρη προσωπικότητά της.
Μέσω αποσπασμάτων από ταινίες στις οποίες συμμετέχει και πρωταγωνιστεί, σπάνιων ντοκουμέντων στα οποία την βλέπουμε να κινείται και να αλληλεπιδρά με τους γύρω της, μαρτυριών από άτομα που διασταυρώθηκαν απλώς οι δρόμοι τους ή μοιράστηκαν μαζί της ένα μέρος της ζωής τους, αναγνώσεων σημαντικών ποιημάτων της και εξιστόρηση των κοινωνικών αναταράξεων στις οποίες συμμετείχε ενεργά η ίδια, γίνεται μια προσπάθεια να δοθεί μια εικόνα του φαινομένου που ακούει στ' όνομα Γώγου. Δυστυχώς όμως, η έλλειψη γραμμικότητας, αλλά κι η ανεξήγητη παραβολή διάφορων δρώμενων με την Λουκία Μιχαλοπούλου να ενσαρκώνει την Κατερίνα Γώγου, η οποία ερμηνευτικά αξίζει ν' αναφερθεί ότι είναι εκπληκτική, συμβάλλουν στην δημιουργία μιας θολής εικόνας που περισσότερο μπερδεύει, παρά αναδεικνύει την προσωπικότητα της κεντρικής ηρωίδας.
Έτσι λοιπόν, το ασπρόμαυρο αυτό αφιέρωμα απευθύνεται αποκλειστικά σε όσους ήδη γνωρίζουν ποιά και τί ήταν η Κατερίνα Γώγου κι αναζητούν αφορμή να ξαναέρθουν, έστω και για λίγο, σ' επαφή με την ίδια και το έργο της.

Βαθμολογία: 1,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αντώνη Μποσκοΐτη, διάρκειας 67 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Κατερίνα Γώγου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιώργο Κορδέλα, Νάνο Βαλαωρίτη, Λένα Πλάτωνος, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Αντώνη Καφετζόπουλο, Όλια Λαζαρίδου, Εύα Κουμαριανού, Μαρία Λαγγουρέλη, Αντρέα Θωμόπουλο και Νίκο Καλογερόπουλο.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

27 Φεβρουαρίου 2013

(2011) Man at sea

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Man at sea


Η υπόθεση
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πετρελαιοφόρου Sea Voyager, ο καπετάνιος του Άλεξ (Aντώνης Καρυστινός) θα σώσει μια ομάδα νεαρών ναυαγών μουσουλμανικής καταγωγής, αγνοώντας τις εντολές που του δίνει από τον ασύρματο η ιδιοκτήτρια εταιρεία. Μετά από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών να οδηγήσει σε στέρεο έδαφος τους φιλοξενούμενούς του και με την ένταση ανάμεσα στους "λαθρεπιβάτες" και το πλήρωμά του ν' αυξάνεται συνεχώς, ο Άλεξ βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του, τον προ τετραετίας μυστηριώδη χαμό του γιου του και την σκιά του ίδιου του του εαυτού που υψώνεται απειλητικά απέναντί του.

Η κριτική
Η νέα ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη παραγωγή, καθώς πραγματεύεται μ' έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο το σοβαρό μεταναστευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι αναπτυγμένες χώρες και κυρίως η Ελλάδα. Μέσω ενός άκρατου συμβολισμού που αντιπροσωπεύει με μεγάλη πληρότητα την ισχύουσα κατάσταση, ο δημιουργός ωθεί τον θεατή του να φέρει στην επιφάνεια το ρατσιστικό θηρίο που κρύβει μέσα του, ν' αναγνωρίσει την ύπαρξή του και να πορευτεί μ' αυτό επιλέγοντας ο ίδιος την κατεύθυνση που θέλει ν' ακολουθήσει.
Κατά την έναρξη του έργου, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εικόνα ναυαγίου και με πολλούς νεαρούς μουσουλμάνους να θαλασσοπνίγονται, καθώς το πλοίο στο οποίο επέβαιναν έχει ναυαγήσει. Για καλή τους τύχη βέβαια, όσοι εκ των ναυαγών έχουν καταφέρει να επιβιώσουν διασώζονται από ένα πλοίο, του οποίου το πλήρωμα είναι, στην πλειοψηφία, του ελληνικής καταγωγής. Ο καπετάνιος, παραβαίνοντας τις απάνθρωπες εντολές της πλοιοκτήτριας εταιρείας που τον διατάσσει να μην τους ανεβάσει στο πλοίο, δρα με βάση την συνείδησή του, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει γρήγορα να ξεφορτωθεί το "φορτίο" που με δική του ευθύνη αναλαμβάνει να μεταφέρει. Όσο όμως οι προσπάθειές του καταλήγουν στο κενό, τόσο αυξάνεται η απόγνωση των μελών του πληρώματος, αλλά και των "λαθραίων" επιβατών κι η σύγκρουση ανάμεσά τους δεν αργεί να έρθει.
Παραλληλίζοντας φανερά λοιπόν το βυθισμένο πλοίο με τις κατεστραμμένες μουσουλμανικές χώρες του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Ιράν, του Ιράκ, κ.α. που έχουν αφήσει τους πολίτες τους να πνίγονται και το Sea Voyager με το ελληνικό κράτος που "απερίσκεπτα" δέχτηκε να βοηθήσει τους ανθρώπους αυτούς και τώρα δεν μπορεί να τους διώξει, γιατί κανένας άλλος δεν αναλαμβάνει να τους δεχτεί, ο Γιάνναρης απεικονίζει ρεαλιστικά το αδιέξοδο στο οποίο έχει βυθιστεί σταδιακά η χώρα κι εγείρει ερωτήματα φιλοσοφικά που αντιπαραθέτουν την έμφυτη ανάγκη για επιβίωση κι επικράτηση του ισχυρότερου και την ουμανιστική αντίληψη ότι όλοι είμαστε παιδιά ενός Θεού.
Χωρίς να ωραιοποιεί τις καταστάσεις, ο δημιουργός του "Man at sea" κάνει τον θεατή του να αισθανθεί άβολα με τον ίδιο του τον εαυτό, όταν τον ωθεί να λάβει θέση απέναντι στο ζήτημα αυτό, παρουσιάζοντάς του τα θύματα ως ανθρώπους με βούληση, που αντί να ευγνωμονούν τους σωτήρες τους, απαιτούν από εκείνους να τους βοηθήσουν να σωθούν και δυσανασχετούν όταν τους ανακοινώνεται ότι αντί της Ευρώπης το μέλλον τους πιθανώς και να είναι κάπου στην Αφρική. Και ταυτόχρονα αυτή η φωνή από τον ασύρματο που συνεχώς πιέζει τον πρωταγωνιστή να δώσει μια λύση στο πρόβλημα, πιέζει και τον θεατή να επιλέξει ανάμεσα στην καλή και την κακή του πλευρά, δημιουργώντας του έναν εκνευρισμό από τον οποίο είναι αδύνατον να ξεφύγει.
Η δευτερεύουσα ιστορία με την γυναίκα του καπετάνιου και τον χαμένο τους γιο, αν και προσωπικά μου φάνηκε περιττή κι αρκετά κουραστική, καθώς προσεγγίζεται με στυλιζαρισμένους διαλόγους, ενισχύει την εσωτερική σύγκρουση του πρωταγωνιστή και παρουσιάζει τα προσωπικά βάρη που φέρει, από τα οποία ο ίδιος έχει την ανάγκη να εξιλεωθεί.
Φέρνοντας στην επιφάνεια λοιπόν ερωτήματα που δεν είναι δυνατόν ν' απαντηθούν σ' ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά αποτελούν βορά για στοχασμό, το "Man at sea" αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση για το σινεφίλ κοινό του ελληνικού κινηματογράφου, με έφεση σε ταινίες κοινωνικού περιεχομένου κι την ανάγκη ν' αποδεχτεί όλα τα κομμάτια που συντελούν την προσωπικότητά του.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2011, σε σενάρο και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, διάρκειας 92 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τους Aντώνη Καρυστινό, Θεοδώρα Τζήμου, Στάθη Παπαδόπουλο, Νίκο Τσουράκη, Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Θανάση Ταταύλαλη, Κωνσταντίνο Σειραδάκη, Rahim Rahimi και Chalil Ali Zada.

Οι σύνδεσμοι

8 Ιανουαρίου 2013

(2011) Breath of the Gods: A journey to the origins of modern yoga

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Breath of the Gods: A journey to the origins of modern yoga


Η υπόθεση
Ο Jan Schmidt-Garre ταξιδεύει στην Ινδία και συναντά τους ανθρώπους που μαθήτευσαν κοντά στον πατέρα της μοντέρνας yoga, τον Tirumalai Krishnamacharya. Παρακολουθώντας τον τρόπο που διδάσκουν και συνομιλώντας μαζί τους, αποπειράται να δημιουργήσει ένα ντοκιμαντέρ που ερευνά τις ρίζες της σύγχρονης yoga, μέσα στους αιώνες, αλλά και την συμβολή του Krishnamacharya  στην εισαγωγή της, ως είδος εκγύμνασης, στον δυτικό κόσμο.

Η κριτική
Το "Breath of the Gods: A journey to the origins of modern yoga" είναι ένα ντοκιμαντέρ που απευθύνεται σ' ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος του κινηματογραφικού κοινού κι αυτό όχι με ιδιαίτερη επιτυχία. Καθώς η yoga έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιο φαινόμενο τις τελευταίες δεκαετίες και παράλληλα με την πάροδο του χρόνου, παρατηρούμε πως ο αριθμός των ανθρώπων που την επιλέγουν ως μέσο εκγύμναστης αυξάνεται συνεχώς, τί θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δημιουργήσει κάποιος ένα ντοκιμαντέρ που ερευνά την προέλευση αυτής της ανατολίτικης μόδας;
Ο Jan Schmidt-Garre, έχοντας λοιπόν κατά νου, ότι ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο θα παρελαύνουν κάποιοι από τους μεγαλύτερους, εν ζωή και μη, δασκάλους της yoga, θα τραβήξει την προσοχή του κόσμου που είτε ασχολείται μ' αυτό το είδος εκγύμνασης, είτε έχει την επιθυμία να ερευνήσει, αν όχι να κατανοήσει, τους λόγους της μαζικής της εξάπλωσης στον δυτικό κόσμο, δίνει πνοή σε μια, αν μη τί άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα, θεωρώντας πιθανώς πως η ιδέα και μόνο αρκεί για ν' αποτελέσει το έργο του εμπορική επιτυχία. Βέβαια, για όσους έχουν ήδη μπει στη διαδικασία να ψάξουν από μόνοι τους την φιλοσοφία πίσω από την κινησιολογία, νομίζω πως η συγκεκριμένη ταινία δεν έχει να τους διδάξει κάτι περισσότερο απ' όσα ήδη έχουν μάθει. Αντίστοιχα βέβαια, όσοι κάνουν πρακτική κι επιλέξουν να έρθουν για πρώτη φορά σ' επαφή με την θεωρία της yoga μέσω αυτού του ντοκιμαντέρ πιστεύω ότι δεν θα πάρουν μαζί τους κάτι το ουσιαστικό που θα τους βοηθήσει να εξελιχθούν. Παράλληλα επίσης, όσοι επιλέξουν την συγκεκριμένη ταινία ως μέσο γνωριμίας με την έννοια της yoga γενικά, θεωρώ ότι θα βρεθούν αντιμέτωποι μ' ένα ντοκιμαντέρ ιδιαίτερα δυσνόητο, ίσως κι αδιάφορο.
Βέβαια, επειδή προσωπικά ανήκω στην κατηγορία του κοινού που δεν ήρθε για πρώτη φορά σ' επαφή με την yoga και τη φιλοσοφία της, οφείλω να παραδεχτώ ότι σε προσωπικό επίπεδο, βρήκα την ταινία ιδιαίτερα απολαυστική. Τονίζω βέβαια ότι είχα την τύχη να έχω διδαχτεί για κάποιο χρονικό διάστημα ένα από τα είδη yoga που διδάσκονται κι ότι ανήκω στην κατηγορία των θεατών που έχουν λατρέψει αυτή την πρακτική. Το ζήτημα όμως είναι ότι ως έργο μου φάνηκε απολαυστικό γιατί συνεχώς ανέτρεχα σε προσωπικά μου βιώματα κι όχι γιατί έπαιρνα πράγματα από την ίδια την ταινία.
Το κακό με την συγκεκριμένη προσέγγιση, είναι ότι εστιάζει περισσότερο στην παρουσίαση ευφάνταστων εικόνων ευλυγισίας και δεν στέκεται τόσο στην φιλοσοφία της yoga καθεαυτής. Με άλλα λόγια, τα όσα πήρα από τα δυο μου πρώτα μαθήματα καθαρής πρακτικής, κι όχι θεωρίας, της yoga, το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ δεν κατάφερε να μου τα περάσει στη μιάμιση ώρα που διαρκεί. Έτσι, ένας κοινός θεατής, θα γίνει, απλώς, μάρτυρας ενός ανθρώπου που μπορεί και περιστρέφει το σώμα του σαν δαιμονισμένος κι ένας έμπειρος/μαθητής-της-yoga θεατής, δεν θα φύγει πλήρης μετά την θέασή της.
Εν ολίγοις, αν οι προσδοκίες σας είναι να κατανοήσετε τι εστί yoga μέσω μιας ταινίας, δεν πιστεύω πως η συγκεκριμένη αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή, ούτε ότι έχει την δυνατότητα ν' απαντήσει στα ερωτήματά σας, παρά μόνο επιφανειακά. Αν πάλι, ασχολείστε με αυτό το υπέροχο κράμα φιλοσοφίας και κινησιολογίας, που αναζωογονεί σώμα και πνεύμα, θα σας πρότεινα να την δείτε μόνο και μόνο γιατί έχει κάποια ντοκουμέντα του Krishnamacharya, του Krishna Pattabhi Jois, κ.α. που σε κάνουν να θαυμάσεις την άρτια τεχνική και την ταχύτητα εκτέλεσης διαφόρων vinyāsas κι āsanas.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Γερμανικό ντοκιμαντέρ του 2011, σε σκηνοθεσία του Jan Schmidt-Garre, διάρκειας 100 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Jan Schmidt-Garre, Tirumalai Krishnamacharya, Krishna Pattabhi Jois, Bellur Krishnamachar Sundararaja Iyengar και Sri T. K. Sribhashyam.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

2 Δεκεμβρίου 2012

(2012) Ημερολόγια αμνησίας

Πρωτότυπος τίτλος: Ημερολόγια αμνησίας
Αγγλικός τίτλος: Amnesia diaries


Η υπόθεση
Η Στέλλα Θεοδωράκη γυρνά μια ταινία, απευθυνόμενη σ' έναν παλιό της φίλο στην Αυστραλία. Ολόκληρη η ταινία είναι ουσιαστικά μια αναδρομή στο περιεχόμενο κάποιων ξεχασμένων κασετών Super 8, της περιόδου 1985-1986, όταν ακόμα η σκηνοθέτης ήταν φοιτήτρια, και μια παράλληλη προβολή αυτών των εικόνων με σύγχρονες κινηματογραφήσεις από την σημερινή κοινωνία της κρίσης, την περίοδο 2010-2012.

Η κριτική
Τα "Ημερολόγια αμνησίας", η αλήθεια είναι ότι είναι αδύνατον να τα κρίνεις, καθώς είναι ένα έργο πολύ προσωπικό, η δημιουργία του οποίου απαιτεί μεγάλο θάρρος από την δημιουργό του, αφού δεν εκθέτει απλά ένα έργο, αλλά τον ίδιο τον εαυτό της. Είναι όπως λέει κι ο τίτλος, ένα ημερολόγιο με ήχο και εικόνα. Γι' αυτό το λόγο, παρακάτω, θα μεταφέρω απλώς την προσωπική μου εμπειρία από την θέαση του συγκεκριμένου φιλμ.
Κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερου αυτού ντοκιμαντέρ, ημερολογιακού χαρακτήρα, στον θεατή προβάλλονται εικόνες, τόσο από το ξέγνοιαστο, ανέμελο, αλλά κυρίως γεμάτο παρελθόν της πρωταγωνίστριας, όσο κι από το σκοτεινό, αβέβαιο κι άδειο παρόν της σημερινής κοινωνίας.
Στις σημερινές εικόνες, που καλύπτουν μια περίοδο από το 2010 έως το 2012, απλώς βλέπουμε τους ανθρώπους στη ζωή της Θεοδωράκη να συζητούν, να μιλούν και να κινούνται μέσα σε μια κοινωνία στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Επίσης, μας προβάλλονται εικόνες από πορείες, από τα μεταφορικά μέσα, από το κέντρο της Αθήνας, αλλά κι από τις καταστροφές που άφησε πίσω της, μέχρι στιγμής, αυτή η κοινωνική αναταραχή.
Στις κασέτες Super 8, η αφήγηση έχει κυρίαρχο ρόλο, καθώς αυτό που αφορά την σκηνοθέτη, δεν είναι η καθεαυτό έκθεση των προσωπικών της βιωμάτων, αλλά οι αναμνήσεις που ξυπνούν στο μυαλό της οι παρελθοντικές αυτές στιγμές. Αναμνήσεις, που συνδέονται άμεσα με την τωρινή κατάσταση και φέρνουν στο μυαλό όνειρα κι εμπειρίες, ξεχασμένες ή ακόμα και θαμμένες.
Η αντιπαραβολή ενός ξέγνοιαστου παρελθόντος, γεμάτου όρεξη και όνειρα, με ένα παρόν που συνεχώς συμβιβάζεται με μια μιζέρια και με μια άσχημη διάθεση, προσωπικά μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ένιωσα σαν να μου ανοίγεται ένας άνθρωπος και να μοιράζεται μαζί μου, αμφιβολίες, σκέψεις, ανασφάλειες και το εκτίμησα ιδιαιτέρως αυτό το γεγονός. Μπορώ να πω, ότι με τις εικόνες του κατεστραμμένου μνημείου (Αττικόν και Απόλλων), μετά τα επεισόδια του Φλεβάρη του 2012, συγκινήθηκα κιόλας.
Παρόλο όμως, που το κεντρικό θέμα της ταινίας, είναι αυτό το συνεχές αίσθημα κενότητας που υπάρχει σε παγκόσμια κλίμακα σήμερα κι αντικρούει τα όνειρα μιας παλαιότερης εποχής, δεν νιώθεις ότι ο στόχος της είναι να σε αδειάσει. Αντίθετα, με την όμορφη μουσική της και με τη συνειδητοποίηση, ότι ακόμη και τώρα γυρίζονται διαφορετικές κι ενδιαφέρουσες ταινίες, ότι οι σχέσεις με γερές βάσεις έχουν διάρκεια στο χρόνο κι ότι παρά τους χαλεπούς καιρούς οι φίλοι πάντα βοηθάνε του φίλους με την ειλικρίνειά τους, φεύγεις γεμάτος από την κινηματογραφική αίθουσα.
Η συγκεκριμένη ταινία, πιστεύω ότι απευθύνεται πρωτίστως στους σινεφίλ του ελληνικού κινηματογράφου ή σε όσους ψάχνουν για ένα ειλικρινές έργο, όχι ταινίες μυθοπλασίας, που μιλά μέσω μιας βιωματικής εμπειρίας στον κάθε θεατή ξεχωριστά.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ, ημερολογιακού χαρακτήρα, του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία της Στέλλας Θεοδωράκη, διάρκειας 103 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τον κοινωνικό κύκλο της δημιουργού.

Οι σύνδεσμοι

24 Νοεμβρίου 2012

(2012) Μ' εξοργίζει η απουσία του

Πρωτότυπος τίτλος: J'enrage de son absence
Αγγλικός τίτλος: Maddened by his absence


Η υπόθεση
Ο Jacques (William Hurt) 8 χρόνια μετά το θάνατο του τετράχρονου γιού του, σε αυτοκινητιστικό όπου οδηγούσε ο ίδιος, επιστρέφει στην πόλη που ζούσε με την οικογένειά του, για να διευθετήσει την κληρονομιά που του έφερε ο θάνατος του πατέρα του. Κατά την παραμονή του, θα γνωρίσει τον Paul (Jalil Mehenni), τον επτάχρονο γιό της πρώην γυναίκας του, Mado (Alexandra Lamy), με τον οποίο θ' αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης.

Η κριτική
Το "Μ' εξοργίζει η απουσία σου" είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον δραματικό έργο που παρουσιάζει τις ανθρώπινες σχέσεις ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, την οικογένεια και τη φιλία. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια αρκετά γλυκιά ταινία, βασισμένη σε μια πολύ σκληρή ιστορία.
Ο Jacques είναι ένας άντρας που κουβαλά στις πλάτες του τον χαμό του τετράχρονου γιού του, καθώς στο θανατηφόρο αυτοκινητιστικό, οδηγός ήταν ο ίδιος. Μην έχοντας την ικανότητα ν' αποτινάξει από πάνω του την ευθύνη, επιλέγει να ξεφύγει από τον φρικτό εφιάλτη, μετακομίζοντας στην έτερη πατρίδα του, την Αμερική, μαζί με την μητέρα του, όμως ποτέ δεν καταφέρνει να ξαναφτιάξει την ζωή του.
Όταν, για κληρονομικούς λόγους, επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του, δεν θα μπορέσει ν' αντισταθεί στον πειρασμό ν' επισκεφτεί την πρώην γυναίκα του, η οποία έχει προχωρήσει τη ζωή της, δημιουργώντας μια νέα οικογένεια κι έχοντας έναν επτάχρονο γιό, τον Paul.
Ο Paul, κεντρίζει το ενδιαφέρον του Jacques, καθώς αποτελεί το γιό που ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να δει να μεγαλώνει, κι οι δυο τους χτίζουν μια αμοιβαία σχέση αγάπης κι ανάγκης. Βοηθώντας κάποια μέρα τον μικρό Paul να βγάλει το ποδήλατό του από το υπόγειο, ο Jacques, θα δει φυλαγμένα τα παιχνίδια του γιού του σε μια κούτα. Από τότε, η αποθήκη στο σπίτι της Mado γίνεται ένας μαγνήτης γι' αυτόν και καταλήγει να μείνει σιγά-σιγά εκεί.
Αυτή την εμμονή είναι που βλέπει ο Paul και καταλαβαίνει ότι ο "άλλος μπαμπάς" χρειάζεται τη βοήθειά του και δένεται μαζί του, για να τον βοηθήσει να θρηνήσει, ν' αποκτήσει ξανά το χαμένο παιδί του ή να συμβιβαστεί κάποια στιγμή και να ζήσει. Ο αθώος αυτός τρόπος, που βλέπει την ζωή και τους άλλους ανθρώπους, ο μικρός αυτός ήρωας, εκπλήσσει και συνταράσσει τον θεατή, καθώς απ' όλους τους ενήλικες που θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει στον Jacques μια χείρα βοηθείας, ο μόνος που δεν φοβάται ν' ασχοληθεί με μια κατεστραμμένη ψυχή, είναι ο νεαρός Paul, ο οποίος έχει απόλυτη συναίσθηση της σχέσης που θα έπρεπε να "μην" έχει με αυτόν τον άνθρωπο, αλλά που παρόλα αυτά, επιλέγει να παραβεί τους κανόνες και να φερθεί πολύ πιο ώριμα και πολύ πιο ανθρώπινα από ένα παιδί της ηλικίας του.
Οι χαρακτήρες του πατέρα και της μητέρας του μικρού Paul, θα έλεγε κανείς ότι είναι περισσότερο βοηθητικοί στον έργο, καθώς είναι τα πρόσωπα που άτυπα ή τυπικά, θέτουν τα όρια και δίνουν στον θεατή την εικόνα της παραβίασής τους. Παράλληλα η Mado αποτελεί την αφορμή της γνωριμίας των δυο ηρώων κι είναι αυτή που συστήνει στο μικρό γιό της, το καλό που μπορεί να κάνει ένα αθώο ψέμα, ή έστω η απόκρυψη της αλήθειας.
Από πλευράς φωτογραφίας, μουσικής και χρωμάτων η ταινία είναι εκπληκτική. Καταφέρνει να περάσει σε λίγα δευτερόλεπτα στον θεατή τις διάφορες ψυχολογίες των ηρώων της. Ο Jacques, βρισκόμενος συνεχώς σ' ένα κλειστοφοβικό υπόγειο, ξέρουμε ότι αφήνει την απώλεια να τον συντρίψει, ενώ τον Paul, τον συναντάμε συνήθως σε μια ανοιχτή και καταπράσινη αυλή, κάνοντας σαφή την καλή του διάθεση και την ανοιχτόκαρδη, γεμάτη αγάπη, ψυχή του.
Από σκηνοθετικής πλευράς όμως, χωρίς να θέλω να την χαρακτηρίσω μια κακή ταινία, μπορώ να πω ότι μου φάνηκε ότι έπασχε. Και με το ρήμα "πάσχει", θέλω να πω ότι οι ταινίες που έχουν συνήθως παραπάνω του ενός, πρωταγωνιστικά πρόσωπα, επικεντρώνονται από την αρχή τους στις διάφορες ζωές των χαρακτήρων, ενώ εδώ επικεντρωνόμαστε πρώτα στην ζωή του Jacques κι έπειτα περνάμε στην ζωή του Paul.
Εκτός αυτού, βέβαια, που μπορεί να μην ενοχλήσει ιδιαίτερα, θα δούμε ότι στις αρχές της ταινίας, οι σκηνές κόβονται απότομα. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε σκηνοθετική απειρία ή μέσω του τρόπου αυτού, να δίνεται η κοφτή οπτική του Jacques, μιας και στις αρχές της ταινίας ειδικά, ο νεαρός Paul δεν έχει κάνει ακόμα την εμφάνισή του στη ζωή του, για να γλυκάνει κάπως ο συναισθηματικός του κόσμος.
Αν εξαιρέσει κανείς, λοιπόν, την απουσία ενός πεπειραμένου σκηνοθέτη που θα είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ιστορία, μ' έναν εκπληκτικό τρόπο, νομίζω ότι μιλάμε για μια ταινία που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι είναι πολύ γλυκιά κι ανθρώπινη. Προτείνεται κατά κύριο λόγο, στους λάτρεις του γαλλικού κινηματογράφου, αλλά και στους θαυμαστές των ελαφρώς πρωτότυπων οικογενειακών δραμάτων.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Γαλλικό δράμα του 2012, σε σενάριο των Sandrine Bonnaire και Jérôme Tonnerre και σκηνοθεσία της Sandrine Bonnaire, διάρκειας 98 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους William Hurt, Jalil Mehenni, Alexandra Lamy, Augustin Legrand, Françoise Oriane και Matteo Trevisan.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

7 Νοεμβρίου 2012

(2011) J.A.C.E.

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: J.A.C.E.


Η υπόθεση
Ο J.A.C.E. (Alban Ukaj), παρουσιάζεται απ' όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως ένας Βορειοηπειρώτης δολοφόνος, που βρέθηκε νεκρός, και σχετίζεται με διάφορες υποθέσεις λαθρομετανάστευσης, πορνείας και παράνομης διακίνησης ανθρωπίνων οργάνων. Από τη στιγμή της γέννησής του, ο νεαρός J.A.C.E., θα βρεθεί αντιμέτωπος μ' έναν σκληρό κόσμο. Στα 7 του χρόνια, μπροστά τα μάτια του, θα χάσει ολόκληρη την οικογένειά του και θα έρθει, χωρίς τη θέλησή του, στην Ελλάδα. Έχοντας ορκιστεί στον πατέρα του πως δεν θα μιλήσει, ο J.A.C.E., θα περάσει τη ζωή του σιωπηλός και κατατρεγμένος από τον υπόκοσμο, περιμένοντας τον πατέρα του να έρθει να τον βρει.

Η κριτική
Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, 13 χρόνια μετά την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας, μεγάλου μήκους, παρουσιάζει το δεύτερο αριστούργημά του, με πρωταγωνιστή ένα νεαρό αγόρι που μεγαλώνει μέσα στη σιωπή, έχοντας μονάχα μια ελπίδα, να επιστρέψει κάποια στιγμή ο πατέρας του. Καθώς τα χρόνια περνάνε, ο μικρός θα μεγαλώσει, θα πάρει το ψευδώνυμο J.A.C.E. και θα βρεθεί ακόμα πιο βαθιά μπλεγμένος στον κόσμο που του στέρησε την οικογένειά του και την παιδική του ηλικία.
Στις πρώτες στιγμές της ζωής του, η βιολογική μητέρα του μικροσκοπικού νεογνού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, θα δολοφονηθεί μπροστά στα μάτια του από τον ίδιο τον αδελφό της. Την προστασία του νεαρού παιδιού, θ' αναλάβει η υπόλοιπη οικογένεια και στα 7 του χρόνια θα υποδεχτεί τον πατέρα του, που επέστρεψε απ' την Ελλάδα, μόνιμα πια. Εκείνη τη στιγμή, είναι που θα δούμε τον J.A.C.E. να παρακολουθεί στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ με ελέφαντες, στοιχείο που δίνει στον θεατή την αίσθηση μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας, αφού λίγη ώρα αργότερα, το μικρό αγόρι θ' αναγκαστεί να σκοτώσει τον πατέρα του και θα ξεκινήσει μια πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας θα λάβει ένα ψευδώνυμο/όνομα από τα αρχικά "just another confused elephant (ακόμη ένας μπερδεμένος ελέφαντας)".
Όπως αναφέρει στον νεαρό άλαλο έφηβο, ο εκπαιδευτής ζώων ενός τσίρκου, "J.A.C.E." ονομάζουν οι άνθρωποι του τσίρκου, τα μικρά ορφανά ελεφαντάκια, τα οποία μεγαλώνοντας χωρίς οικογένεια γίνονται αρκετά απρόβλεπτα κι αναπτύσσουν σιγά-σιγά μια επιθετική συμπεριφορά. Γι' αυτό το λόγο μαρκάρονται και κάποια στιγμή, όταν ενηλικιωθούν κι εμφανίσουν σημάδια βίας, θανατώνονται. Όταν ζητά να μάθει τ' όνομά του, ο μικρός θα δείξει τα αρχικά J.A.C.E. και μ' αυτόν τον τρόπο θα επιλέξει τ' όνομά του.
Ο Καραμαγγιώλης, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα χαρακτήρα σύγχρονου ήρωα σ' ένα περιβάλλον καθαρά αντιηρωικό, θα προσπαθήσει να προβάλει πολλά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας. Μέσα σε μια δραματική περιπέτεια δράσης, διάρκειας κοντά δυόμιση ωρών, θα μας παρουσιάσει τον κόσμο της παιδικής εκμετάλλευσης, της λαθρομετανάστευσης, των τραβεστί, της πορνείας, των ναρκωτικών, των πουλημένων γιατρών κι αστυνομικών, τις φυλακές ανηλίκων, αλλά και τον κόσμο της showbiz.
Μ' ένα ύφος ντοκιμαντερίστικο και με μια όμορφη τηλεοπτική χροιά, ο δημιουργός θα σχηματίσει εικόνες, μέσα από τις οποίες μιλά μ' έναν ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο στον θεατή του, για μια άσχημη πλευρά της κοινωνίας κι αποπειράται να θίξει κάποια λεπτά, υπαρκτά ζητήματα που την απασχολούν. Ο υπόκοσμος αποτελείται από ανθρώπους κι αυτούς τους ανθρώπους, καλούς και κακούς, προσπαθεί να εμφανίσει ο Καραμαγγιώλης.
Το στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί από πολλούς ως το ύψιστο ελάττωμα του έργου, είναι η μεγάλη του διάρκεια, σε συνδυασμό με την ποσότητα των προβληματικών που αγγίζει αυτό. Κι όντως το "J.A.C.E." είναι μια ταινία που μπορεί να κουράσει ένα μέρος του κοινού που θα πάει απροετοίμαστο. Προσωπικά, όμως, δεν μπορώ να θεωρήσω αδυναμία του έργου μια καθαρή σκηνοθετική επιλογή, η οποία με άγγιξε.
Ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντας έναν χαοτικό κόσμο και εμφανίζοντας στον θεατή τις άπειρες προσλαμβάνουσες, γλιστρώντας από την μια κατάσταση στην άλλη μ' έναν υπέροχο τρόπο, και με την παράλληλη σιωπή του πρωταγωνιστή, αφήνει τον θεατή να πάρει μαζί του όσα κομμάτια της ταινίας αντιστοιχούν στην δική του αντίληψη των πραγμάτων.
Μια εξαιρετική ελληνική παραγωγή, στην οποία το κοινό μπορεί να διακρίνει την λεπτομέρεια και την προσοχή με την οποία έχει γίνει η σύνθεση κι η ολοκλήρωσή της. Η φωτογραφία κι η μουσική της είναι πανέμορφες κι οι ερμηνείες απίστευτες, με τον Ιερώνυμο Καλετσάνο να ξεδιπλώνει το ταλέντο του σ' έναν υπέροχο ρόλο. Η διαρκής παρουσία, επίσης, ενός χριστουγεννιάτικου κλίματος που φέρνει στο μυαλό οικογενειακές στιγμές ευτυχίας, λειτουργεί μ' έναν άκρως τραγικό κι ειρωνικό τρόπο.
Για όλους τους κυνηγούς των ελληνικών παραγωγών, είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε. Για τους σινεφίλ, είναι μια ταινία που θα σας την πρότεινα, τονίζοντάς σας όμως την μεγάλη της διάρκεια, αλλά και την υπερβολή της στη μυθοπλασία.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Ελληνικό δράμα του 2011, σε σενάριο του Μενελάου Καραμαγγιώλη και Νίκου Πανουτσόπουλου και σκηνοθεσία του Μενελάου Καραμαγγιώλη, διάρκειας 142 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Alban Ukaj, Γιώργο Μέλλο, Soma Badekas, Χρήστο Λούλη, Μηνά Χατζησάββα, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρη Ξάφη, Γιάννη Τσορτέκη, Κόρα Καρβούνη, Franco Trevisi, Ακύλλα Καραζήση, Κώστα Μπερικόπουλο και Diogo Infante.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb
Rotten Tomatoes

4 Νοεμβρίου 2012

(2012) Encardia: Η πέτρα που χορεύει

Πρωτότυπος τίτλος: Encardia: Η πέτρα που χορεύει
Αγγλικός τίτλος: Encardia: The dancing stone


Η υπόθεση
Με τη συνοδεία του συγκροτήματος "Encardia", πραγματοποιείται μια ξενάγηση στα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας, κυρίως της Grecìa Salentina στην Νότια Puglia, στην γλώσσα, τον πολιτισμό και τις μουσικο-χορευτικές τους παραδόσεις.

Η κριτική
Οι "Encardia" είναι ένα συγκρότημα μ' έναν πολύ όμορφο κι ιδιαίτερο ήχο, άμεσα επηρεασμένο από τις μουσικές παραδόσεις των διαφόρων χωριών της Κάτω Ιταλίας κι ειδικότερα της Grecìa Salentina, στα οποία από αρχαιοτάτων χρόνων έως το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μιλούσαν μ' ένα ελληνικό ιδίωμα με προσμίξεις ιταλικών λέξεων, γνωστό ως "Griko".
Σήμερα, το ιδίωμα αυτό, κοντεύει να εκλείψει, καθώς μιλιέται μονάχα από τους υπερήλικες κατοίκους των περιοχών αυτών και παρόλο που οι δάσκαλοι στα σχολεία ακόμα το διδάσκουν, δεν καταφέρνει να επιβιώσει, καθώς εκτός των σχολικών συγκροτημάτων, οι μαθητές σπάνια το εξασκούν για να το κάνουν κτήμα τους.
Έτσι λοιπόν, ο μόνος λόγος που η "Griko" δεν είναι ήδη μια νεκρή διάλεκτος, είναι τα διάφορα τραγούδια, αλλά κι οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται ακόμα και σήμερα και βασίζονται σ' αυτήν. Αυτά, την κρατούν ακόμα ζωντανή. Μια γλώσσα των φτωχών γεωργών, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το έδαφος και παρόλο που οι σύγχρονοι Έλληνες κι Ιταλοί δεν έχουν τη δυνατότητα να την κατανοήσουν πλήρως, μέσω της μουσικής, μιλά στις καρδιές των ανθρώπων.
Στο οδοιπορικό αυτό, στον θεατή δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει ανθρώπους που μιλούν ή μιλούσαν κάποτε το ιδίωμα των "Griko", ν' ακούσουν ειδήμονες να μιλούν για έναν πολιτισμό που κοντεύει να εκλείψει, αλλά και μέσω διαφόρων ντοκουμέντων κι αφηγήσεων να πάρει μια γεύση του πολιτισμού αυτού και να τον αγαπήσει.
Η μουσική, σ' αυτό το ντοκιμαντέρ, έχει πρωτεύοντα ρόλο, καθώς αποτελεί την αφορμή, αλλά και τον συνδετικό κρίκο του και μας εισάγει σιγά-σιγά σ' έναν κόσμο λίγο γνωστό ή ακόμα κι άγνωστο, εδώ στην Ελλάδα.
Τεχνικά βέβαια, κι αυτό είναι το κύριο μειονέκτημα της ταινίας, ο θεατής καλείται να παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ που δίνει την αίσθηση ενός home-made video διακοπών, στο οποίο δεν υπάρχει κάποιος αφηγητής να εξηγήσει τον ρόλο των ανθρώπων που μιλούν στην κάμερα ή τον επόμενο σταθμό της ταινίας και τον λόγο παραμονής στο συγκεκριμένο μέρος.
Στοχεύοντας περισσότερο στην αίσθηση που θέλει ν' αφήσει στο κοινό, ο σκηνοθέτης της, παραλείπει την σύνθεση μιας ιστορίας που λειτουργεί προοδευτικά κι εξηγεί. Το κοινό στο οποίο απευθύνεται λοιπόν, είναι το ήδη εξοικειωμένο μ' αυτό το είδος μουσικής. Δεν απευθύνεται σε κάποιον που θα ήθελε να γνωρίσει τους "Encardia" ή τον πολιτισμό της Κάτω Ιταλίας μέσω ενός ντοκιμαντέρ, καθώς πολύ εύκολα χάνεται μέσα σ' ένα κράμα Griko, Ελληνικών, Ιταλικών, ειδικών και καθημερινών ανθρώπων.

Βαθμολογία: 2/5

Τα σχετικά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του 2012, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Άγγελου Κοβότσου, διάρκειας 80 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές τα μέλη του συγκροτήματος "Encardia".

Οι σύνδεσμοι
Imdb