23 Σεπτεμβρίου 2012

(1943) Στη σκιά της αμφιβολίας

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Shadow of a doubt
Ελληνικός τίτλος της πρώτης έκδοσης: Το χέρι που σκοτώνει


Η υπόθεση
O Charlie (Joseph Cotten) είναι ένας νεαρός, εύπορος άντρας που ζει στη Φιλαδέλφεια. Μια μέρα συνειδητοποιώντας ότι δυο άντρες τον παρακολουθούν και θέλοντας να ξεφύγει απ' αυτούς, θα καταφύγει στο σπίτι της μεγαλύτερης αδελφής του, που βρίσκεται στα προάστια. Η μεγάλη κόρη της οικογενείας, συνονόματη του θείου Charlie, έχοντας πλήξει από τη βαρεμάρα της αστικής ζωής της, θα θελήσει να καλέσει τον θείο της στο σπίτι για ν' αποκτήσει η συνηθισμένη μικροαστική ζωή τους λίγο ενδιαφέρον. Ο Charlie έρχεται κι η οικογένεια τον υποδέχεται με βασιλικές τιμές. Παράλληλα, όμως, με τον θείο Charlie, θα κάνουν την εμφάνισή τους κι οι δυο άντρες που τον παρακολουθούσαν στην παλιά του κατοικία, δημιουργώντας υποψίες, στη νεαρή Charlie (Teresa Wright), για τα μυστικά που μπορεί να κρύβει ο άνθρωπος που τόσο θαυμάζει.

Η κριτική
"Το χέρι που σκοτώνει (Shadow of a doubt)" είναι μια κλασική ταινία, από τις σχετικά πρώτες ταινίες της Αμερικανικής περιόδου, του Alfred Hitchcock. Σαφέστατα, όντας μια από τις ταινίες του μεγάλου δημιουργού, μόνο ως αριστούργημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί... ένα από τα πολλά που κοσμούν τη λαμπρή καριέρα του γνωστότερου Άγγλου κινηματογραφιστή στην ιστορία.
Αν κι η συγκεκριμένη ταινία, με μια πρώτη ματιά, νομίζουμε ότι διαφοροποιείται αρκετά σε σχέση με το υπόλοιπο έργο του Άγγλου δημιουργού, θα δούμε ότι πληροί πολλά από τα μοτίβα που βρίσκει κανείς στις περισσότερες ταινίες του. Ίσως, πληροί περισσότερα απ' όσα μπορεί με γυμνό μάτι να δει κάποιος.
Κύριος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το σασπένς, κάτι επόμενο από τον μάστορα του είδους αυτού. Συναντάμε, επίσης, το τρένο, που υπάρχει σε αρκετές ταινίες του, συμβολίζοντας τη ρευστότητα των καταστάσεων και την αλλαγή που μπορεί να φέρει στους επιβάτες του, αλλά και στους κατοίκους των πόλεων απ' τις οποίες διέρχεται αυτό. Έπειτα, έχουμε τις σκιές, κατάλοιπο του Hitchcock απ' το γερμανικό εξπρεσιονισμό, αλλά και την υποβλητική μουσική που εντείνει την αγωνία του θεατή.
Άλλο ένα στοιχείο, όμως, που παρατηρούμε στη συγκεκριμένη ταινία, είναι το δίπολο του καλού και του κακού. Αυτή τη φορά, βέβαια, το καλό και το κακό δεν συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο χαρακτήρα, τον γνωστό αθώο ήρωα του Hitchcock που κατηγορείται άδικα για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Αντίθετα, σ' αυτήν την ταινία του, ο μεγάλος σκηνοθέτης, έχει ξεχωρίσει το καλό και το κακό σε δυο πρόσωπα, που αποκτούν υπόσταση το ένα μέσα απ' το άλλο. Φυσικά, αναφέρομαι στον θείο Charlie και την νεαρή Charlie, που μοιράζονται το ίδιο όνομα, τις ίδιες σκέψεις, αλλά και τα ίδια βιώματα (ακόμα κι αν ο ένας απ' τους δυο δεν τα έχει ζήσει ποτέ του).
Το στοιχείο του ανοίκειου, τώρα, θα το δούμε να υπάρχει μέσα στον θείο Charlie. Ένα αγαπημένο πρόσωπο της οικογενείας, που κρύβει, όμως, πολλά κι επικίνδυνα μυστικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν αφορά καθόλου αν ο Charlie, που κατηγορείται για φόνο, είναι πραγματικά ένοχος ή όχι. Αυτό που αφορά είναι η ενοχή, που τόσο απελπισμένα προσπαθεί να κρύψει, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο, από μόνος του, ένοχος στο κοινό.
Το ίδιο μοτίβο, του ξένου που κατηγορείται για φόνο και το γεγονός ότι ο θεατής δεν γνωρίζει από την αρχή για την ενοχή ή την αθωότητά του, το έχουμε δει και παλαιότερα στον "Ενοικιαστή". Εκεί βέβαια, το καλό και το κακό, το δίπολο δηλαδή, βρίσκεται σε ένα πρόσωπο κι ο Hitchcock επιλέγει να το δείξει μέσω του παιχνιδιού με το φως.
Ας σημειώσουμε, τέλος, ότι από την ταινία δεν λείπει το χιούμορ για τη γυναικεία και την παιδική φύση ή ακόμα και για το θάνατο, μέσω ενός παιχνιδιού δολοφονίας που σκαρώνουν ο πατέρας μαζί με έναν φίλο του. Η τραγική ειρωνεία, παράλληλα, είναι ότι αυτοί που συζητούν υποθετικά για μια δολοφονία, θα αποκτήσουν, άθελά τους, ρόλο-κλειδί για την σωτηρία ενός ήρωα.
Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους λάτρεις του παλιού καλού σινεμά, σ' αυτούς που ψάχνουν να βρουν μια παλιά, καλή, κλασική ταινία ή σε όσους θέλουν μια καλή ταινία μυστηρίου. Μπορεί από πολλούς κριτικούς να μην θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του μεγάλου δημιουργού, αλλά αν έχετε γνωστούς που βλέπουν παλιό κινηματογράφο και δει Hitchcock, μην παραξενευτείτε αν σας πουν ότι είναι μια από τις αγαπημένες τους.

Βαθμολογία: 4/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη ταινία μυστηρίου του 1943, βασισμένη σε ιστορία του Gordon McDonell, σε σενάριο των Thornton Wilder, Sally Benson και Alma Reville και σκηνοθεσία του Alfred Hitchcock, διάρκειας 108 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Joseph Cotten, Teresa Wright, Henry Travers, Patricia Collinge, Edna May Wonacott, Charles Bates, Macdonald Carey, Wallace Ford και Hume Cronyn.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes 

22 Σεπτεμβρίου 2012

(2012) Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει

Πρωτότυπος τίτλος: Cesare deve morire
Αγγλικός τίτλος: Ceasar must die


Η υπόθεση
Στις φυλακές Rebibbia, οι κρατούμενοι του τμήματος υψίστης ασφαλείας, θ' ανεβάσουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του William Shakespeare. Μετά από ένα απόσπασμα της τελευταίας σκηνής του έργου, στην αρχή της ταινίας, ο θεατής γυρνάει 6 μήνες πριν και καλείται να παρακολουθήσει, μέσα από τις πρόβες των κρατουμένων, την ιστορία του "Ιουλίου Καίσαρα" που αλληλεπιδρά με τις προσωπικότητες των κρατουμένων.

Η κριτική
Οι Αδελφοί Taviani, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, έχουν καταφέρει να προσθέσουν στη πολύχρονη καριέρα τους, αλλά και να δώσουν, παράλληλα, στον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο, άλλο ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Κι η ταινία τους, αυτή, είναι αριστουργηματική για τον εξής, απλούστατο, λόγο: Η πρώτη λέξη που έρχεται στο μυαλό του θεατή, αφού την έχει δει, είναι η λέξη "σεβασμός".
Οι δυο Ιταλοί αδελφοί έχουν καταφέρει στο νέο τους δημιούργημα να παρουσιάσουν κάτι κλασικό, που ταιριάζει στην ηλικία τους, με πρωτοποριακό τρόπο, που εκπλήσσει ως σύλληψη. Ταυτόχρονα, όμως, έχουν καταφέρει να δείξουν τον απόλυτο σεβασμό στο θεατρικό κείμενο, αλλά και στις ζωές των φυλακισμένων που το αναπαριστούν, χωρίς να έρχονται σε αντίθεση, ούτε στο ελάχιστο, στον τρόπο κινηματογράφισής τους και να θέτουν στην άκρη το προσωπικό τους ύφος.
Το έργο "Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει" είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, που βασίζεται σ' ένα κεντρικό σενάριο, από το οποίο, βέβαια, δε λείπουν οι αυτοσχεδιαστικές σκηνές, που στα γυρίσματα λειτούργησαν και συμπεριελήφθησαν στο τελικό αποτέλεσμα.
Η ταινία τους είναι γυρισμένη, κατά κύριο λόγο, με ασπρόμαυρη εικόνα. Αρχικά, ο διαχωρισμός, έγχρωμου κι ασπρόμαυρου, γίνεται βάσει της χρονικής τοποθέτησης. Το "σήμερα" είναι γυρισμένο με έγχρωμη εικόνα, ενώ το "παρελθόν" θα το δούμε σε αποχρώσεις του άσπρου και του μαύρου. Σε συνέντευξή τους, οι Taviani, όταν ερωτήθηκαν για ποιό λόγο επέλεξαν το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τους να είναι ασπρόμαυρο, μεταξύ άλλων, απάντησαν ότι το χρώμα προσδίδει ρεαλισμό ενώ το ασπρόμαυρο όχι. Το γεγονός αυτό, τους έδινε μεγαλύτερη ελευθερία να παρουσιάσουν αυτόν τον "παράλογο" κόσμο της φυλακής της Rebibbia και τον Βρούτο (Salvatore Striano) στο κελί του να μονολογεί: "Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει".
Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι ολόκληρη η ταινία αφορά την παρουσίαση ενός θεατρικού έργου με παράλληλη προβολή διαφόρων στοιχείων της σημερινής κοινωνίας. Το ασπρόμαυρο, όντας ανέκαθεν περισσότερο καλλιτεχνικό, τους δίνει, επίσης, τη δυνατότητα να δηλώσουν στο θεατή ότι αυτό που παρακολουθεί είναι ένα "θέατρο εν κινηματογράφω" (ανάλογο του "θέατρο εν θεάτρω").
Η επιλογή, δε, των Taviani να ξεκινήσουν την ταινία από την παράσταση κι απ' το τέλος του θεατρικού έργου, ενώ, στην αρχή, μοιάζει με σκηνοθετικό τερτίπι που τους βοηθά να εισάγουν το θεατή σε μια κατάσταση, έτσι ώστε να μην εκλάβει ως εισαγωγή την παρουσίαση των πρωταγωνιστών του θιάσου στις οντισιόν, καταλήγει να έχει κι άλλη σκοπιμότητα. Επαναλαμβάνοντας την τελική σκηνή του θεατρικού έργου, λίγο πριν το κλείσιμο της ταινίας τους, έχουν καταφέρει να δώσουν στο θεατή να καταλάβει ότι το εκπληκτικό αποτέλεσμα που έχει δει στην αρχή την κινηματογραφικής προβολής, δεν είναι αποτέλεσμα σκληρών προβών κι ενός καλού έργου, αλλά αποτελεί, παράλληλα, φυσική απόρροια του πάθους με το οποίο καταπιάνονται οι φυλακισμένοι με το project αυτό, αλλά, περισσότερο, οι ρόλοι αποτελούνται από κομμάτια των ιδίων.
Μιας κι οι ηθοποιοί δεν είναι επαγγελματίες, αλλά ερασιτέχνες, θα προτιμήσω να αναφέρω, μόνο, ότι οι Taviani δεν θα μπορούσαν να έχουν διαλέξει καλύτερο ερασιτεχνικό θίασο για να παρουσιάσει το συγκεκριμένο έργο. Η συνοδεία της μουσικής, πάλι, όπως σε κάθε τους ταινία, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, προσθέτοντας στο τελικό αποτέλεσμα συναισθηματικό βάθος.
Θα κλείσω αναφερόμενη, και πάλι, σε ένα απόσπασμα από συνέντευξη των Ιταλών αδελφών. Ο Paolo Taviani, όταν ρωτήθηκε για τη σχέση της ταινίας με την πολιτική κατάσταση της Ιταλίας του σήμερα, απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι είναι πολύ λιγότερο "πολιτικοί" απ' όσο οι κριτικοί θέλουν να πιστεύουν για το έργο τους. Θέλω να σταθώ εδώ, για να κλείσω, με αυτό τον τρόπο, το εγκώμιο. Ίσως, οι Taviani, να έχουν θεωρηθεί από το κοινό και τους κριτικούς άκρως "πολιτικοί", μόνο και μόνο, γιατί σε κάθε τους ταινία έχουν κάτι να πούνε. Κι ίσως, πάλι, ακριβώς αυτό να είναι και το μυστικό της επιτυχίας τους, δεν στοχεύουν να κάνουν σαφές το μήνυμά τους κι ακριβώς επειδή οι ταινίες τους δεν είναι επιτηδευμένα πολιτικές, το κοινωνικο-πολιτικό τους μήνυμα γίνεται ευκολότερα αποδεκτό.
Η ταινία προτείνεται σε όλους τους θαυμαστές των Αδελφών Taviani, στους λάτρεις του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, στους σινεφίλ φίλους, αλλά και σε όσους θεατρόφιλους, έχουν τη διάθεση να δούνε έναν ελαφρώς, αλλά με πολύ όμορφο και κομψό τρόπο, πειραγμένο Shakespeare.

Βαθμολογία: 4,5/5

Τα σχετικά
Ιταλικό δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, παραγωγής του 2012, βασισμένο στο θεατρικό έργο "Ιούλιος Καίσαρας" του William Shakespeare, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Paolo και Vittorio Taviani, διάρκειας 76 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Cosimo Rega, Salvatore Striano, Giovanni Arcuri, Antonio Frasca, Juan Dario Bonetti, Vincenzo Gallo, Rosario Majorana, Francesco De Masi, Gennaro Solito, Vittorio Parrella, Pasquale Crapetti και Francesco Carusone.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

19 Σεπτεμβρίου 2012

(2009) Το κορίτσι με τα πορτοκάλια

Πρωτότυπος τίτλος: Appelsinpiken
Αγγλικός τίτλος: The orange girl


Η υπόθεση
Ο Georg (Mikkel Bratt Silset) στα δέκατα-έκτα του γενέθλια θα πάρει ως δώρο από τη μητέρα του ένα κινητό και τρία γράμματα από το νεκρό πατέρα του. Έχοντας κληρονομήσει το πάθος του πατέρα του για την αστρολογία, την ίδια μέρα, θα ξεκινήσει, με τρένο, για ένα βουνό της Νορβηγίας, με σκοπό να δει τον κομήτη Gerasimov, ένα κομήτη που φαίνεται κάθε 56 χρόνια. Μέσα στο τρένο, θ' αρχίσει να διαβάζει τα γράμματα του πατέρα του, ο οποίος του εξιστορεί τον έρωτα που έζησε, όσο ήταν φοιτητής, με το "Κορίτσι με τα πορτοκάλια". Παράλληλα με την ιστορία του Georg, που θα γνωρίσει στο βουνό την Stella (Emilie K. Beck), θα εκτιλιχθεί κι άλλη μια ιστορία, αυτή του απόλυτου έρωτα του Jan Olav (Harald Rosenstrøm) και του κοριτσιού με τα πορτοκάλια.

Η κριτική
"Το κορίτσι με τα πορτοκάλια" είναι μια σύγχρονη ιστορία που πραγματεύεται τον απόλυτο έρωτα, αλλά και τις οικογενειακές σχέσεις, με μια, κάπως, φιλοσοφική ματιά. Ρομαντική, αλλά, παράλληλα, πολύ αληθινή, έρχεται να συγκινήσει τους θεατές και να τους θέσει το ερώτημα: "Αν μπορούσαμε να διαλέξουμε αν θα γεννηθούμε ή όχι, γνωρίζοντας ότι η ζωή διαρκεί κάποιες στιγμές, ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς, παρά να πεθαίνει κι ότι αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα πεθάνουμε όλοι, τι θα διαλέγαμε;"
Το γεγονός ότι η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Jostein Gaarder, του Νορβηγού συγγραφέα του βιβλίου "Ο κόσμος της Σοφίας", μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για την ποιότητα της ιστορίας, που πραγματεύεται αυτή. Το έργο, δεν αποτελεί απλά ένα έπος στον έρωτα, αλλά, παράλληλα, στόχο έχει να προβληματίσει και να παρουσιάσει στο κοινό τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και την αξία που έχουν στη ζωή κάποιες εμπειρίες, παρά τον πόνο και τη δυστυχία που μπορεί να φέρει η απώλεια.
Σκηνοθετημένη, δε, από την Eva Dahr, σπουδαία και παγκοσμίως καταξιωμένη Νορβηγίδα σκηνοθέτιδα, η ταινία καταφέρνει, εκτός από μια σπουδαία πλοκή, να συνδυάσει εξαιρετικά πλάνα σε χρώματα και φωτογραφία, απίστευτο δέσιμο των δυο παράλληλων ιστοριών, μυστήριο, τέχνη και μουσική που θα παρακινήσει το θεατή να συμμετέχει συναισθηματικά. Αποτελεί, με αυτόν τον τρόπο, μια ιδιαιτέρως γλυκιά ιστορία, που κατατάσσεται στις εξαιρετικές ταινίες του είδους της.
Η υποκριτική στήριξη του έργου είναι, επίσης, ικανοποιητική, χωρίς όμως να έχουμε κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις που αξίζουν περισσότερο από κάποιες άλλες. Οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι νέα ταλέντα στη χώρα τους, με εξαίρεση τη Rebekka Karijord, που είναι καταξιωμένη ηθοποιός, αλλά ο ρόλος της στη συγκεκριμένη ταινία είναι αρκετά μικρός για να μπορέσει ν' αναδείξει το ταλέντο της.
Προτείνεται σε όλους εσάς που θα θέλατε να δείτε μια όμορφη και παράλληλα αισιόδοξη ρομαντική ταινία, που βρίσκεται στο μεταίχμιο του τυχαίου και της μοίρας, της φιλοσοφίας και της γλυκύτητας κι ανεμελιάς της νεότητας.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Νορβηγικό ρομαντικό δράμα, παραγωγής του 2009, βασισμένο σε βιβλίο του Jostein Gaarder, σε σενάριο των Axel Helgeland, Andreas Markusson και Tom Gulbrandsen και σκηνοθεσία της Eva Dahr, διάρκειας 84 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Harald Rosenstrøm, Annie Dahr Nygaard, Rebekka Karijord, Mikkel Bratt Silset και Emilie K. Beck.

Οι σύνδεσμοι
Imdb 

18 Σεπτεμβρίου 2012

(2011) Η αξέχαστη Πόλη

Τούρκικος τίτλος: Unutma beni Istanbul
Αγγλικός τίτλος: Do not forget me Istanbul


Η υπόθεση
Η ταινία παρουσιάζει έξι πλασματικές, κι άλλη μια πραγματική, ιστορίες που ως κεντρικό άξονα έχουν την Κωνσταντινούπολη. Ένας Έλληνας έχει πάει στην Τουρκία για δουλειές και τον εξαπατούν. Ένα αντρόγυνο βρίσκεται σε διακοπές στην Κωνσταντινούπολη κι η γυναίκα συναντά το νεκρό γιό τους. Ένας Παλαιστίνιος συγγραφέας και μια Ισραηλινή συναντιούνται στην Πόλη, ως συνεργάτες, αλλά κι ως ζευγάρι. Μια Βόσνια ηθοποιός φτάνει στην Κωνσταντινούπολη για να περάσει από μια οντισιόν. Μια γυναίκα από τη Συρία έρχεται με την κόρη της στην Πόλη για να συναντήσει, μετά από 62 χρόνια, την αδελφή της και τον ανιψιό της. Ένας γνωστός Αρμένιος μουσικός έρχεται στην Κωνσταντινούπολη για να βρει τις ρίζες του. Τέλος, ο Πέτρος Μάρκαρης αφηγείται τα δικά του βιώματα από την Πόλη.

Η κριτική
Όπως όλες οι ταινίες που προέρχονται από μια κεντρική ιδέα κι απαρτίζονται από πολλές ταινίες μικρού μήκους διαφορετικών δημιουργών, είναι αρκετά δύσκολο να την κρίνει κανείς ως ένα συνολικό αποτέλεσμα. Παράλληλα όμως, εφόσον οι μικρού μήκους ταινίες αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, που ούτως ή άλλως ο θεατής θα το παρακολουθήσει ολόκληρο, δεν είναι δυνατόν να κρίνει κανένας τις ταινίες αυτές ξέχωρα τη μια από την άλλη.
Σαφώς κι υπάρχουν κάποια φιλμάκια που ξεχωρίζουν στα μάτια του θεατή και κάποια άλλα που κρίνονται, μάλλον, ακατάλληλα ως προς το κεντρικό θέμα. Σε κάποιες από τις ταινίες μικρού μήκους θα δούμε την Κωνσταντινούπολη, με τους δρόμους της, τα μνημεία της, τα παζάρια της, τα κέντρα διασκέδασής της, τα ξενοδοχεία της, τις γειτονιές της. Σε κάποια άλλα θα επικεντρωθούμε, αποκλειστικά, στην ιστορία των ηρώων. Σε κάποιες ιστορίες, πάλι, θα γελάσουμε με την καρδιά μας, σε κάποιες άλλες όχι.
Ακόμη, κάποιοι σκηνοθέτες θα παρουσιάσουν ιστορίες που αποσκοπούν στη συμφιλίωση Ελλήνων, Τούρκων κι Αρμενίων, παρουσιάζοντας τα κοινά που έχουμε σα λαοί. Θα δείξουν το κουτσομπολιό της γειτονιάς, τον καφέ, το κισμέτ/πεπρωμένο και την ιστορία που μοιράζονται Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι.
Ως σύνολο, η ταινία, δεν μπορώ να πω πως ήταν κακή. Σίγουρα, όμως, δεν είναι αυτό που θα περιμένει να δει κάποιος Πολίτης (Έλληνας ή Αρμένιος, δεν έχει σημασία). Η ταινία δε βασίζεται σε ιστορίες που έχουν ως σκοπό να δείξουν την Πόλη, τους ανθρώπους της ή τα μνημεία της. Σκοπός, είναι, περισσότερο, να τη χρησιμοποιήσουν ως ένα κοινό τόπο γυρισμάτων και να δημιουργήσουν, πάνω σ' αυτόν τον καμβά, μια σύγχρονη Ανατολιτικο-Ευρωπαϊκή ιστορία.
Μιας κι έχει ιστορίες για όλα τα γούστα, θα την πρότεινα σε κάποιον που μπορεί να δει όλα τα παγκόσμια κινηματογραφικά είδη κι αρέσκεται στη θέαση διαφορετικών οπτικών για ένα θέμα. Είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση, με κάποιες εξαιρετικές ιστορίες, που κάνουν τη διαφορά.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Δράμα του 2011, ελληνο-τουρκικής παραγωγής, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Στέργιου Νιζήρη, Stefan Arsenijevic, Omar Shargawi, Aida Begic, Hany Abu-Assad, Eric Nazarian και Ζοζεφίνα Μάρκαρη, διάρκειας 118 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Γιώργο Συμεωνίδη, Sureyya Guzel, Humeyra Akbay, Settar Tanriögen, Mira Furlan, Svetozar Cvetkovic, Ahmet Rifat Sungar, Ali Suliman, Liraz Charhi, Alma Terzic, Ayca Damgaci, Hiam Abbass, Amer Hlehel, Jacky Nercessian, Serra Yilmaz, Gorkem Yeltan, Baki Davrak, Esin Harvey και Πέτρος Μάρκαρης.

Οι σύνδεσμοι

(2011) Νικώντας το σκοτάδι

Πρωτότυπος τίτλος: W ciemności
Αγγλικός τίτλος: In darkness


Η υπόθεση
Ο Leopold Socha (Robert Wieckiewicz) ζει κι εργάζεται ως επιθεωρητής των υπονόμων, στην Πολωνία, όσο αυτή βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή (Μάρτιος του 1943). Παράλληλα, κάνει διάφορες μικροκλοπές και φυλάει τα κλοπιμαία στους υπονόμους, με σκοπό όταν αρχίσει να υπάρχει κίνηση, πάλι, στην αγορά, να τα πουλήσει και να θησαυρίσει. Στο δρόμο του, όμως, θα βρεθούν μια μέρα μια ομάδα Εβραίων που καταφεύγει στους υπονόμους για να σωθεί. Ο Socha, αμέσως, αρπάζει την ευκαιρία κι υπόσχεται να τους βοηθήσει να κρυφτούν σ' ένα ασφαλές μέρος, στον υπόγειο κόσμο του, με το αζημίωτο φυσικά. Η ταινία παρουσιάζει τη ζωή αυτών των Εβραίων στις υπόγειες σήραγγες, τη ζωή του Socha, αλλά και το δέσιμο μεταξύ τους.

Η κριτική
Πιστεύω πως όλο το ζουμί της ταινίας, θα μπορούσε κάλλιστα να συνοψιστεί στη λέξη "σκοτάδι" του τίτλου της. Σκοπός της, φαίνεται να είναι να δημιουργήσει περισσότερο, στο θεατή, μια αίσθηση της μαυρίλας, στην οποία οι Εβραίοι της πόλης Lvov αναγκάστηκαν να ζήσουν για 14 ολόκληρους μήνες, παρά να παρουσιάσει τα γεγονότα του πολέμου.
Η Agnieszka Holland (σκηνοθέτης) με την επιλογή της διάρκειάς της ταινίας, της ποσότητας των προσώπων που, αρχικά, συμμετέχουν στο έργο, την αναλογία των πλάνων που είναι κάτω από την επιφάνεια της γης με τα εκτός των υπονόμων, το φωτισμό και τα χρώματα που έχει επιλέξει να χρησιμοποιήσει, εμφυτεύει, ουσιαστικά, στο θεατή μια ψυχολογία παρόμοια με αυτή της ομάδας των πρωταγωνιστών της.
Αξίζει ν' αναφέρω ότι αρκετές φορές, ο θεατής, θα νιώσει, με την αλλαγή του χώρου εξέλιξης της πλοκής (πάνω-κάτω), μια ενόχληση στα μάτια του, παρόλο που τα χρώματα που χρησιμοποιεί στην επιφάνεια της γης δεν είναι έντονα και φωτεινά, αλλά βασίζεται περισσότερο στο λευκό του πάγου και την ψυχρότητά του.
Στην ταινία, παράλληλα, αναπτύσσονται διάφορα νοήματα και παρουσιάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις, αλλά κι η ανθρώπινη αντοχή και θέληση. Η διάρκεια της, όμως, που όπως προανέφερα αποσκοπεί κι αυτή, με τη σειρά της, στην δημιουργία μιας αίσθησης σκοταδισμού, δεν τα αφήνει να γίνουν εύκολα κατανοητά, με μια μόνο προβολή, από το θεατή. Χρησιμοποιεί, βέβαια, διάφορα μοτίβα, που αν μη τι άλλο, επειδή δεν είναι αναμενόμενα, θα μείνουν στο μυαλό του κοινού. Για παράδειγμα, υπάρχει μια σκηνή στην οποία βλέπουμε ότι ακόμα κι εν καιρώ πολέμου μπορεί να υπάρξουν ανθρώπινες και προσωπικές διαφωνίες, όπως και το γεγονός ότι τα παιδιά, ακόμα και στους υπονόμους, έχουν το δικαίωμα της αθωότητας και του παιχνιδιού.
Οι ηθοποιοί που πλαισιώνουν την ταινία είναι καταπληκτικοί κι άκρως αληθινοί. Ο Robert Wieckiewicz δίνει ρεσιτάλ ως ο σύνδεσμος του πάνω και του κάτω κόσμου. Δεν αφήνει να φανεί στο βλέμμα του ο φόβος, μήπως τον ανακαλύψουν οι Γερμανοί, αλλά παρόλα αυτά με κάποιον περίεργο τρόπο, ο θεατής, νιώθει ότι ο ήρωας φοβάται, όμως, είναι αποφασισμένος να επιβιώσει και το κρύβει. Οι Εβραίοι, πάλι, αλλά κι οι ήρωες που ζουν και κινούνται στον πάνω κόσμο, μοιάζουν σα να 'ναι βγαλμένοι από την Πολωνία της δεκαετίας του '40.
Η δουλειά που έχει γίνει στην ταινία είναι εξαιρετική, όμως, καταφέρνει "σκοπίμως" να κουράσει τον θεατή, με τους αργούς ρυθμούς της, τη διάρκειά της, αλλά και τα συνεχή σκουρόχρωμα πλάνα της και δεν μπορώ να πω ότι, εν τέλει, ο ντόρος που έχει γίνει γύρω από το όνομά της ή ακόμα κι η υποψηφιότητά της για Oscar ξενόγλωσσης, της αξίζουν πραγματικά. Δεν είναι, σίγουρα, κάτι περισσότερο από μια απλώς καλή ταινία για το είδος της κι ειδικά σε σύγκριση με παλαιότερες, που πραγματεύονται το ίδιο θέμα, σαφώς και δεν μπορεί να υπερισχύσει.
Παρόλα αυτά, όμως, θα την πρότεινα σε όποιον αρέσει ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος κι οι αργοί ρυθμοί του, τονίζοντας, όμως, ότι εδώ η επιλογή της ταχύτητας δεν αποσκοπεί στην εντύπωση της φωτογραφίας, στο μυαλό του θεατή, αλλά στη δημιουργία μιας αίσθησης, όχι ιδιαίτερα επιθυμητής. Μπορεί όντως, να μην μπορεί να συγκριθεί με τον "Πιανίστα" ή με τη "Λίστα του Σίντλερ", αλλά ακριβώς το ότι είναι διαφορετική, αν μη τι άλλο, είναι ενδιαφέρον.

Βαθμολογία: 2,5/5

Τα σχετικά
Πολωνικό ιστορικό δράμα του 2011, βασισμένο σε βιβλίο του Robert Marshall, σε σενάριο του David F. Shamoon και σκηνοθεσία της Agnieszka Holland, διάρκειας 145 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Robert Wieckiewicz, Kinga Preis, Benno Fürmann, Agnieszka Grochowska, Maria Schrader, Herbert Knaup, Marcin Bosak και Krzysztof Skonieczny.

Οι σύνδεσμοι
Trailer
Imdb
Rotten Tomatoes

17 Σεπτεμβρίου 2012

(2011) Killer Joe

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Killer Joe


Η υπόθεση
Ο Chris (Emile Hirsch), ένας μικρο-έμπορος ναρκωτικών, βρίσκεται μπλεγμένος, χρωστώντας 6.000 δολάρια στον προμηθευτή του. Μαθαίνοντας ότι η αλκοολική μητέρα του έχει μια ασφάλεια ζωής 50.000 δολαρίων, θα κανονίσει να έρθει σ' επαφή μ' ένα ντετέκτιβ της αστυνομίας του Dallas, ο οποίος εκτελεί χρέη εκτελεστή, για να την δολοφονήσει και να πάρει, έτσι, η αδελφή του, η νόμιμη δικαιούχος, τα χρήματα της ασφάλειας. Μετά τη συνάντησή τους κι αφού ο Chris δεν έχει ρευστό για να πληρώσει προκαταβολικά τον ντετέκτιβ Joe Cooper (Matthew McConaughey) για τη δουλειά, θ' αναγκαστεί να του δώσει ως εγγύηση την ίδια του την αδελφή για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Η δουλειά κανονίζεται και τώρα το μόνο που μένει είναι να πραγματοποιηθεί η δολοφονία και να πάρει η οικογένεια τα χρήματα.

Η κριτική
Η ταινία, έχοντας ως τόπο δράσης της το Texas και πρωταγωνιστές τους άξεστους, αντι-ήρωες, κατοίκους του, φέρνει στο μυαλό ταινίες των Aδελφών Coen με μια δόση Tarantino. Ανήκει στο είδος των (κατά)μαυρων κωμωδιών, που παρουσιάζουν την επαρχία της Αμερικής με μια ρεαλιστική σαπίλα αξιών και με τους μεγάλους αυτοκινητοδρόμους της.
Ο σκηνοθέτης της, William Friedkin, έχει καταφέρει ν' αποδώσει στους πρωταγωνιστές του ένα σκοτεινό χαρακτηριστικό, ακόμα κι αν, σε ψυχολογικό επίπεδο, οι ίδιοι δεν φαίνεται να είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που δείχνουν. Το στοιχείο αυτό, το πετυχαίνει, σε συνδυασμό με την επιλογή του φωτισμού, με τις διάφορες εξομολογητικές σκηνές, που βάζει τους ήρωές του να συμμετέχουν, αλλά και με τη μιζέρια που φέρει πάνω του κάθε ένας από αυτούς.
Το φιλμ, εμπεριέχει ωμές σκηνές άμεσης, αλλά κυρίως έμμεσης βίας, με αποκορύφωμα τη σκηνή που ο Joe κι η Dottie (Juno Temple), η μικρή αδελφή του Chris, θα μείνουν μόνοι τους στο σπίτι για πρώτη φορά μετά τη συμφωνία των αντρών, να δοθεί η Dottie ως εγγύηση. Με την ίδια σκηνή, όμως, ο σκηνοθέτης, καταφέρνει, επίσης, να δημιουργήσει μια άκρως αισθησιακή ατμόσφαιρα με σκοτεινές πινελιές, που αποσκοπεί στο να δώσει στο θεατή να καταλάβει πόσο πολύ ταιριάζουν αυτοί οι δυο άνθρωποι.
Βασίζεται, παράλληλα, πολύ, στο στοιχείο της τραγ(ελαφ)ικής ειρωνείας και χρησιμοποιεί αρκετά το διακειμενικό στοιχείο, προβάλλοντας στο θεατή, μέσω της τηλεόρασης, διάφορες σκηνές από ταινίες Western, ταινίες του Bruce Lee ή κινούμενα σχέδια. Ένα ακόμα έξυπνο στοιχείο της ταινίας, είναι ότι η μάνα, το θύμα, παρουσιάζεται μόνο ως άψυχο σώμα. Με αυτόν τον τρόπο ο θεατής δεν μπορεί, και να θέλει, να δεθεί συναισθηματικά μαζί της. Για το κοινό, ο θάνατος αυτού του προσώπου, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα... ακριβώς ό,τι ισχύει και για τους πρωταγωνιστές.
Η υποκριτική πλαισίωση του "Killer Joe", ακόμα, είναι εξαιρετική. Όλοι οι ηθοποιοί στέκονται επάξια στο ύψος των απαιτήσεων του κάθε ρόλου κι ο Matthew McConaughey, φυσικά, ηγείται όλων και, γι' ακόμα μια φορά, αποδεικνύει πόσο άξιος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι.
Η ταινία, συστήνεται στους λάτρεις της αμερικάνικης country μαύρης κωμωδίας, του στυλ των Αδελφών Coen, όπως επίσης, νομίζω δεν θα απογοητεύσει και τους θαυμαστές των πιο splatter μαύρων ταινιών. Δεν αποτελεί βέβαια αριστούργημα, για το είδος της, αλλά είναι δουλεμένη σ' εναν βαθμό που σίγουρα μπορεί να την κατατάξει κανείς στις "καλές ταινίες" αυτού του στυλ.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη μαύρη κωμωδία του 2011, βασισμένη σε θεατρικό έργο του Tracy Letts, σε σενάριο του ιδίου και σκηνοθεσία του William Friedkin, διάρκειας 102 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Matthew McConaughey, Emile Hirsch, Juno Temple, Thomas Haden Church, Gina Gershon.

Οι σύνδεσμοι

16 Σεπτεμβρίου 2012

(1939) Νινότσκα

Πρωτότυπος/Αγγλικός τίτλος: Ninotchka


Η υπόθεση
Η ιστορία τοποθετείται στην προπολεμική Γαλλία (πριν την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), όπου τρεις Ρώσοι πράκτορες έχουν σταλεί να πουλήσουν τα κοσμήματα της Δούκισσας Swana (Ina Claire), μέλους της έκπτωτης τσαρικής οικογενείας, με σκοπό να μαζέψουν λεφτά για το λαό της χώρας τους. Οι τρεις πράκτορες, όμως, έχοντας μαγευτεί από την καπιταλιστική Δύση, δεν ασχολούνται με την πώληση των κοσμημάτων, αλλά με την απόλαυση των αγαθών που δεν μπορούν να έχουν στη χώρα τους, με αποτέλεσμα οι Ρώσοι να στείλουν στη Γαλλία τη Ninotchka (Greta Garbo) για να τους συνετίσει, αλλά και να προχωρήσει τις διαδικασίες της πώλησης. Φτάνοντας στη Γαλλία η Ninotchka θα συναντήσει τον Κόμη Leon (Melvyn Douglas), τον εκπρόσωπο της Δούκισσας Swana, ο οποίος γοητευμένος από την παρουσία της και χωρίς να γνωρίζει, αρχικά, την αληθινή της ταυτότητα, θα την πολιορκήσει και θα καταφέρει να περάσει μαζί της μια νύχτα πάθους. Σιγά-σιγά, η σκληρή Ninotchka θα ερωτευτεί τον Leon κι αυτός, με τη σειρά του, για να την κερδίσει, θα μυηθεί στη ρωσική φιλοσοφία. Θα τα καταφέρουν όμως οι δυο τους να ζήσουν ευτυχισμένοι μαζί;

Η κριτική
Η ταινία αυτή, σε σκηνοθεσία του μαγικού Ernst Lubitsch, αλλά και σε σενάριο του πολυτάλαντου Billy Wilder, αποτελεί ένα από τα διαμάντια του Αμερικανικού κινηματογράφου της περιόδου. Έξυπνη, εύστοχη και χαριτωμένη, η "Ninotchka", θ' αποτελέσει την αρχή της μεγάλης καριέρας του Lubitsch, αλλά και το εισιτήριο του Wilder για την μετέπειτα λαμπρή καριέρα του.
Η Greta Garbo, πρωταγωνιστεί για πρώτη φορά στη ζωή της σε κωμωδία κι η ταινία διαφημίζεται στη χώρα παραγωγής της με τη φράση "Η Greta γελάει!". Η Garbo, στο ρόλο της ψυχρής Ρωσίδας, είναι απόλυτα πειστική. Η Ninotchka παρουσιάζεται ως μια πανέμορφη Ρωσίδα, την οποία δεν έχει απασχολήσει ποτέ η εξωτερική της εμφάνιση, έχει μάθει να εκλογικεύει τα πάντα, ακόμα και τον έρωτα, αλλά στο βάθος παραμένει μια γυναίκα που έχει την ανάγκη να νιώσει τη μαγεία του. Ο τρόπος που έχει πετύχει να δείξει το διχασμό της ηρωίδας είναι, απλά, καταπληκτικός και το γέλιο της φαντάζει τόσο αληθινό.
Ο Melvyn Douglas, επίσης, στο ρόλο του Παριζιάνου γόη, είναι εξίσου φανταστικός. Ο θεατής, κάθε φορά που βρίσκεται επί της οθόνης με τη συμπρωταγωνίστριά του, νιώθει, από το βλέμμα του και μόνο, ότι υπάρχει κάτι πολύ έντονο ανάμεσα στους δυο χαρακτήρες. Ταυτόχρονα, οι Sig Ruman, Felix Bressart και Alexander Granach, δεν θα γινόταν να είναι πιο ταιριαστοί ως παρασυρμένοι Ρώσοι πράκτορες. Έχουν κι οι τρεις τους μια χαρακτηριστική αφέλεια στην έκφραση, που δεν δίνει στο θεατή τη δυνατότητα να τους κατηγορήσει για το παραστράτημά τους. Τέλος, η Ina Claire είναι καταπληκτική στον τρόπο που παρουσιάζει την ερωτευμένη κι εκδικητική Δούκισσα Swana.
Για μια ακόμη φορά, το "άγγιγμα του  Lubitsch" θα κάνει την εμφάνισή του στο κινηματογραφικό του αυτό δημιούργημα. Οι έξυπνοι διάλογοι, τα εύστοχα νοήματα, η τοποθέτηση της υπόθεσης στο Παρίσι, που αποτελούσε, ίσως, το μεγαλύτερο κοσμοπολίτικο κέντρο της Ευρώπης εκείνης της περιόδου, αλλά κι η λεπτή σάτιρα που ασκεί στον ρωσικό κουμμουνισμό και στην μηδαμινή ατομική ελευθερία που αυτός επιβάλει, χωρίς παράλληλα να εξυψώνει, με εμφανή τρόπο, τα αμερικανικά ιδεώδη, συνθέτουν αυτή την αριστουργηματική κωμωδία σκρούμπολ.

Βαθμολογία: 3,5/5

Τα σχετικά
Αμερικάνικη ρομαντική κομεντί του 1939, βασισμένη σε διήγημα του Melchior Lengyel, σε σενάριο των Charles Brackett, Billy Wilder και Walter Reisch και σκηνοθεσία του Ernst Lubitsch, διάρκειας 110 λεπτών, με βασικούς πρωταγωνιστές, τους Greta Garbo, Melvyn Douglas, Sig Ruman, Felix Bressart, Alexander Granach, Ina Claire και Bela Lugosi.

Οι σύνδεσμοι
Trailer 
Imdb 
Rotten Tomatoes